Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Κριτική: «SKG – Στην καρδιά της πόλης»: Δύο μονόλογοι, δύο κόσμοι και μια Θεσσαλονίκη που πρωταγωνιστεί (από την Έμυ Μπαξεβάνη)

Στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, στην οδό Αλεξάνδρου Σβώλου, βρίσκεται η «Ζώγια – Βιβλίο, Τσάι και Συμπάθεια», ένας χώρος που έχει συνδέσει την παρουσία του με τη φιλοξενία και την αγάπη για τον πολιτισμό. Εκεί παρουσιάστηκε η θεατρική παράσταση «SKG – Στην καρδιά της πόλης», σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Κωνσταντίνου Ραβνιωτόπουλου, προσφέροντας στο κοινό μια βραδιά γεμάτη συναισθήματα, προβληματισμό και γέλιο. Η χώρος γεμάτος από θεατές που είχαν έρθει να παρακολουθήσουν τον αγαπημένο τους καλλιτέχνη. Η ιδιαίτερη οικειότητα του χώρου ευνοούσε την άμεση επικοινωνία ανάμεσα στον ηθοποιό και το κοινό, στοιχείο καθοριστικό για μια παράσταση που στηρίζεται στη δύναμη του λόγου και της ερμηνείας. Δύο διαφορετικοί μονόλογοι, δύο συγγραφείς και δύο ήρωες από αντίθετους κοινωνικούς κόσμους συναντιούνται μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Κωνσταντίνου Ραβνιωτόπουλου. Τα «Φυλλάδια αντί στεφάνων» του Παναγιώτη Γκούβερη και οι «Κίτρινες τουλίπες» της Μαρίας Τσιρωνά συνθέτουν μια παράσταση που κινείται ανάμεσα στο κοινωνικό δράμα και την κωμωδία, με κοινό σημείο αναφοράς τη Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος μονόλογος μας συστήνει τον Φυλλάδιο, έναν άνθρωπο προχωρημένης ηλικίας, καταπονημένο από τη ζωή, που εξακολουθεί να περιπλανιέται στους δρόμους της πόλης μοιράζοντας διαφημιστικά φυλλάδια. Έναν άνθρωπο του καθημερινού μόχθου, που βιώνει την αδιαφορία, τη μοναξιά και την εξάντληση, εγκλωβισμένο σε μια πόλη την οποία απεχθάνεται, αλλά αδυνατεί να εγκαταλείψει. Η επιθυμία του να εξαφανίσει, ακόμη και να ανατινάξει τον Λευκό Πύργο, το εμβληματικό σύμβολο της Θεσσαλονίκης, επανέρχεται διαρκώς στον λόγο του, αποτυπώνοντας μια βαθύτερη εσωτερική σύγκρουση. Ο Φυλλάδιος στρέφει την οργή του εναντίον της ίδιας της πόλης, σαν να θεωρεί υπεύθυνους τους δρόμους και τα κτίριά της για όσα έχει υποστεί από τους ανθρώπους της. Το κείμενο είναι βαρύ και απαιτητικό, με συνεχείς επαναλήψεις που εντείνουν την αίσθηση της στασιμότητας και του αδιεξόδου. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη ερμηνευτική πρόκληση, καθώς ο ηθοποιός καλείται να διατηρήσει το ενδιαφέρον του θεατή μέσα από έναν συναισθηματικά φορτισμένο λόγο που επιστρέφει επίμονα στις ίδιες απογοητεύσεις. Ο Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ρόλου, μεταφέροντας στη σκηνή την πικρία και την απόγνωση ενός ανθρώπου που αισθάνεται ξεχασμένος από την κοινωνία. Στην αίθουσα επικρατεί απόλυτη ησυχία. Οι θεατές παρακολουθούν προσηλωμένοι, χωρίς να διασπάται η συγκέντρωσή τους, ενώ το θερμό χειροκρότημα που ακολουθεί επιβεβαιώνει την ανταπόκρισή τους σε μια ερμηνεία που υπηρετεί με συνέπεια ένα δύσκολο κοινωνικό κείμενο. Ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα, απαραίτητο για την αλλαγή της ενδυμασίας και τη μετάβαση στον δεύτερο ρόλο, ο Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος επιστρέφει στη σκηνή ως Κώστας, ένας επιτυχημένος δικηγόρος που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια απρόσμενη ανατροπή στην προσωπική του ζωή. Στις «Κίτρινες τουλίπες» της Μαρίας Τσιρωνά, η ατμόσφαιρα αλλάζει ολοκληρωτικά. Το βαρύ κοινωνικό κλίμα του πρώτου μονολόγου δίνει τη θέση του σε μια απολαυστική κωμική αφήγηση, γεμάτη ζωντάνια, έξυπνες ατάκες και αναγνωρίσιμες καταστάσεις της καθημερινότητας. Ο Κώστας, ένας επιτυχημένος δικηγόρος, εκφράζει την αγάπη του προς τη σύζυγό του προσφέροντάς της καθημερινά δώρα. Εκείνο που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως εκδήλωση τρυφερότητας, εκείνη το βιώνει ως ασφυκτική πίεση, ώσπου αποφασίζει να φύγει. Η διαφορετική αντίληψη των δύο ανθρώπων για την αγάπη και τη συντροφικότητα γίνεται η αφετηρία μιας σειράς ξεκαρδιστικών καταστάσεων. Το κείμενο της Μαρίας Τσιρωνά διαθέτει γρήγορο ρυθμό, ευρηματικές ατάκες και χιούμορ που αναδεικνύει τις αντιφάσεις των ανθρώπινων σχέσεων. Ο Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος αξιοποιεί αυτό το πλούσιο υλικό με αξιοσημείωτη άνεση, επιστρατεύοντας την πολυετή εμπειρία του στο stand-up comedy. Με εξαιρετική αίσθηση του κωμικού χρόνου, φυσικότητα και αμεσότητα στην επικοινωνία με το κοινό, δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν υποδύεται έναν δικηγόρο, αλλά αφηγείται μια προσωπική του περιπέτεια. Η ερμηνεία του είναι τόσο πειστική, ώστε ο θεατής θα μπορούσε εύκολα να πιστέψει πως ο ίδιος έχει ζήσει όσα περιγράφει. Σκηνοθετώντας τον εαυτό του, ο Ραβνιωτόπουλος αναδεικνύει τις κωμικές κορυφώσεις, αξιοποιεί τις παύσεις και τις εναλλαγές του ρυθμού, μετατρέποντας την αφήγηση σε μια ζωντανή θεατρική εμπειρία. Γνωρίζει πότε να επιταχύνει, πότε να αφήσει μια ατάκα να λειτουργήσει και πότε να δώσει χώρο στο γέλιο του κοινού. Η ανταπόκριση των θεατών είναι χαρακτηριστική. Το γέλιο διαδέχεται τις ατάκες και η ατμόσφαιρα αποκτά τη ζωντάνια μιας παράστασης stand-up comedy, χωρίς να χάνεται η θεατρική υπόσταση του μονολόγου. Πρόκειται για έναν ρόλο που μοιάζει να του πηγαίνει γάντι, επιτρέποντάς του να αναδείξει με τον καλύτερο τρόπο τις κωμικές και ερμηνευτικές του δυνατότητες. Εκείνο που ξεχωρίζει στη σκηνοθετική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Ραβνιωτόπουλου είναι ο τρόπος με τον οποίο δύο αυτοτελείς μονόλογοι, διαφορετικών συγγραφέων και θεατρικού ύφους, αποκτούν μια κοινή δραματουργική διάσταση. Με μια ευρηματική επιλογή, δημιουργεί έναν απρόσμενο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις ιστορίες, οδηγώντας σε ένα φινάλε που φωτίζει διαφορετικά όσα έχουν προηγηθεί, χωρίς να αλλοιώνει την ιδιαίτερη ταυτότητα των δύο έργων. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη σύνθεση διαδραματίζει η ίδια η Θεσσαλονίκη. Οι δρόμοι, οι γειτονιές και τα γνωστά καταστήματά της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος και των δύο ιστοριών. Η Εγνατία, η Τσιμισκή, η Ερμού, η Μητροπόλεως και άλλες γνώριμες διαδρομές δημιουργούν ένα οικείο αστικό τοπίο, μέσα στο οποίο οι δύο ήρωες βιώνουν εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες. Η πόλη αναδεικνύεται σε έναν άτυπο τρίτο πρωταγωνιστή, έναν κοινό τόπο όπου οι ανθρώπινες διαδρομές μπορούν να συναντηθούν εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Το «SKG – Στην καρδιά της πόλης» στηρίζεται στη δύναμη του λόγου, στην ερμηνευτική ικανότητα και στη σκηνοθετική ευρηματικότητα. Ο Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος αναμετριέται με δύο αντίθετους χαρακτήρες, περνώντας από την εσωτερική απόγνωση του Φυλλάδιου στην εξωστρέφεια και το απολαυστικό χιούμορ του Κώστα. Η μετάβαση από την απόλυτη σιωπή του κοινού στον πρώτο μονόλογο στο αυθόρμητο γέλιο του δεύτερου αναδεικνύει το εύρος των εκφραστικών του δυνατοτήτων. Το θερμό χειροκρότημα στο τέλος επισφράγισε μια θεατρική βραδιά που συνδύασε τον κοινωνικό προβληματισμό με την ψυχαγωγία, αφήνοντας την αίσθηση μιας ολοκληρωμένης παράστασης, στην οποία δύο διαφορετικές ιστορίες αποκτούν κοινό νόημα μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του δημιουργού της. https://taneamas.gr/?p=50390

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Μια Μήδεια απ' τα Lidl - ερωτήσεις προς μια παιδοκτόνο-


Kαμιά φορά, φοβόμαστε να ρωτήσουμε τ' απλά. 


ερώτηση 1η 

Αφού το γέννησες, τι το σκότωσες; Αυτό θα ρωτούσα, πρώτα αυτό. 

Μπορεί να την κοιτούσα στα μάτια, μπορεί και στα χέρια.

 Άμα σκοτώσεις το παιδί, αυτό κοιτάνε πρώτα: Με ποιό χέρι γράφεις.

Σε μαρτυρά η λαβή. Σου λένε «το πιασε απο δω, το σβούρντηξε απο κει, το ξέγραψε.»

Καλέ, με ποιό χέρι σφουγγάριζες; 

 

ερώτηση 2η 

Γιατί έτσι; Πώς σου' ρθε; 

Αχρείαστα χάπια, βρώμικες σύριγγες, ένα σωρό χειρουργεία για το τίποτα…

Πόσο ν' αντέξει ένα παιδί. Πόσο ν' αντέξει το παιδί σου; 

Τα παιδιά δεν ξέρουν ν' αρρωσταίνουν. Εμείς τους μαθαίνουμε.

Εμείς τους λέμε «τώρα έχεις πυρετό, τώρα πονάς, τώρα τα λαιμά σου πρήστηκαν».

Εμείς τους λέμε. Κι όταν τους λέμε ψέματα… 

Το κρίμα στα λαιμά μας. 

Καλέ, σ 'αρέσει ν' αρρωσταίνεις το παιδί σου; 

 

ερώτηση 3η

Δε βαρέθηκες; Ένα, δύο, τρία… όλα τα σκότωσες. Όλα τα  σβάρνισες.

Δε βαρέθηκες; 

Δεν είπες: «Στάκα, βάστα μωρή!»

Δεν είπες «Υπάρχει κι αλλού ζωή, κι αλλού θάνατος» 

Δεν έπνιγες κάνα γατί καλύτερα. 

Σε νοώ. Σου δίνω δίκιο:

Τα παιδιά είναι πιο εύκολα, πιο κοντινά.: Δε γρατζουνούν, δε γραπώνουν.

Νομίζουν. Νομίζουν πως. Νομίζουν πως ποτέ. Νομίζουν πως ποτέ εσύ. 

Πόσο μακριά να πάει ένα παιδί που μπουσουλάει; Ειδικά αν έχεις σφουγγαρίσει.

Καλέ, πρόσεξε μη γλιστρήσεις! 

Δε γλίστρησες. Μονάχα ξεγλιστράς. 

 

Ερώτηση 4η

Και τώρα τι;

Όταν όλα θα ‘χουν λιώσει και συ θα είσαι λεύτερη και ξεχασμένη, τότε τι; 

Ξανά; Τότε ξανά; 

Και πώς και πού και πόσα;

Σου ‘γινε ο θάνατος συνήθεια παλιά, σφουγγάρισμα.  

Προσεύχομαι να μείνεις στείρα, αδειανή.  

Καλέ, ποτέ σου δε γερνάς εσύ; 

 

Ερώτηση 5η: 

Μάντεψε. Πώς σε λένε; Δε σε λένε Μήδεια. 

Σε λένε Μινχάουζεν. Μινχάουζεν by proxy.

Δε σε λένε Μήδεια. Δεν ξέρεις να ουρλιάζεις. Ξέρεις μονάχα να χασκογελάς. Munchausen by proxy. Κι ας είσαι ξενικιά. Δικό μας πράμα. 

Μια Μήδεια απ' τα Lidl.










Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

«Μπαμπά, σου λείπω;» – Όταν το παιδί ζητά παρουσία (synepimelianews.gr)

 Το βιβλίο «Μπαμπά, σου λείπω;» του Παναγιώτη Γκούβερη αποτελεί μια βαθιά ανθρώπινη και ταυτόχρονα στρατευμένη αφήγηση για την πατρότητα, την απουσία και το δικαίωμα του παιδιού στη σχέση με και τους δύο γονείς. Μέσα από μια απλή αλλά φορτισμένη ερώτηση, το βιβλίο αγγίζει τον πυρήνα ενός σύγχρονου κοινωνικού τραύματος: την αποξένωση του παιδιού από τον πατέρα του.

Η αφήγηση κινείται στη σκοπιά του παιδιού, με τρόπο άμεσο και ειλικρινή. Δεν επιχειρεί να κατασκευάσει ενοχές ούτε να επιρρίψει ευθύνες μονομερώς. Αντίθετα, φωτίζει τη σιωπή, την αναμονή και τη συναισθηματική σύγχυση που βιώνει ένα παιδί όταν ο πατέρας του μετατρέπεται από καθημερινή παρουσία σε περιστασιακή φιγούρα. Η ερώτηση «μου λείπεις;» δεν είναι ρητορική. Είναι κραυγή για σύνδεση, για αναγνώριση, για συνέχεια.

Ο Παναγιώτης Γκούβερης γράφει με γλώσσα λιτή, χωρίς υπερβολές. Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την απλότητα. Ο αναγνώστης δεν οδηγείται από επιχειρήματα αλλά από βιώματα. Δεν παρουσιάζει μια θεωρία για τη γονεϊκότητα, αλλά περιγράφει ένα ψυχικό τοπίο που αφορά χιλιάδες παιδιά και πατέρες στην Ελλάδα και διεθνώς.

Το βιβλίο συνομιλεί άμεσα με τις αρχές του κινήματος 5050revolution:

Το «Μπαμπά, σου λείπω;» δεν απευθύνεται μόνο σε πατέρες. Απευθύνεται σε γονείς, επαγγελματίες ψυχικής υγείας, νομικούς, δικαστές, αλλά κυρίως σε μια κοινωνία που οφείλει να ακούσει τη φωνή των παιδιών πέρα από στερεότυπα και προκαταλήψεις.

  • ότι το παιδί έχει δικαίωμα σε ουσιαστική και συνεχή σχέση και με τους δύο γονείς,
  • ότι η πατρότητα δεν είναι «δευτερεύων ρόλος»και ότι η απουσία δεν είναι φυσική συνέπεια κάποιου χωρισμού αλλά κοινωνική και θεσμική επιβολή.

Είναι ένα μικρό σε όγκο αλλά μεγάλο σε σημασία βιβλίο. Ένα βιβλίο που δεν ζητά απαντήσεις. Ζητά παρουσία.


synepimelianews.gr

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Συνέντευξη στη Χρύσα Ιακώβου και το SERFREE (24.3.2026)

 


Το εργο σου έχει λίγο απο... Σερρες μεσα; Τι ακριβως θα δουμε την Παρασκευη επι σκηνης; 


Παρασκευή… να είστε έτοιμοι για μια επίθεση αγάπης και οργής προς τις Σέρρες, την Ελλάδα τον ίδιο μας τον εαυτό. Μια γοργόνα, μια καπετάνισσα, ο μπαρμπ' Αλέκος ο Μέγας και όλα τούτα με μπόλικο μπόλικο νερό. Τρένα συγκρούονται, καράβια βυθίζονται, αμπάρια ουρλιάζουν, ράγες δακρύζουν μπροστά στα μάτια μας. Και τότε εμείς κοιτάμε τα χέρια μας και αποφασίζουμε αν είναι αθώα ή ένοχα. Αυτό είναι το έργο.


Δεν εισαι Σερραιος στην καταγωγη, αλλα ζεις πολλα χρονια εδω! Πώς είναι να ζεις και να δημιουργεις στις Σερρες; 


Εγώ την έκανα τη μεταδημότευση. Νιώθω φουλ Σερραίος. Να σου πω την αλήθεια το πρωί τις μισώ τις Σέρρες. Μισώ τη διαφθορά της, την ασχήμια της, τις λακκούβες. Τα βράδια όμως λατρεύω την πόλη, γιατί την ονειρεύομαι. Μ' αρέσει να τη φαντάζομαι ελεύθερη και μπροστάρισσα. Νιώθω ότι η πόλη είναι ακόμα σκλαβωμένη σε κάποιον άγνωστο κατακτητή. Σα να έχει καλυφθεί από ένα στρώμα άχνης…  


Πώς αισθάνεσαι που το συγκεκριμενο εργο θα ανεβει εδω, στην πολη που γραφτηκε; 

Νιώθω σα να ξεγεννώ σε μαιευτήριο της γειτονιάς. Λίγο άγχος το έχω, αλλά … αγωνιώ! Είναι ωραίο να σε χειροκροτούν χέρια που σ' αγαπάνε. 


Ο θεατρικος σου λογος ειναι παντα κοινωνικα αιχμηρος - μπορει το θεατρο να "αλλαξει" τον κοσμο; 

Το θέατρο άλλαξε εμένα. Μ' εκανε πιο Παναγιώτη. Γνώρισα τον εαυτό μου, την πόλη μου, γνώρισα το δάκρυ μου μέσα από το θέατρο. Όχι δεν μπορεί ν' αλλάξει τον κόσμο, μπορεί ν' αλλάξει τον τρόπο που δακρύζουμε για αυτο τον κόσμο. 


Τι ετοιμαζεις για το μελλον, ειτε σε θεατρικο κειμενο ειτε σε πεζο; 

Έχω ένα συρτάρι έργα… Δεν τα ξεχωρίζω σε πεζά και θεατρικά. Αυτό τον καιρό το συρτάρι είναι ανοιχτό και κάτι σπαρταρά… Δε λέω τι. 


Δημοσίευση στο Ser-Free


Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Συνέντευξη στο lionnews.gr με αφορμή την παρουσίαση της "Γοργόνας" στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών

 





Μια παράσταση που γεννήθηκε στις Σέρρες, εμπνεύστηκε από τις Σέρρες και κουβαλά την ενέργεια και τις αντιφάσεις της πόλης, επιστρέφει εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Η θεατρική παραγωγή «Μην κλαις ρε γοργόνα» του βραβευμένου συγγραφέα Παναγιώτη Γκούβερη έρχεται στο Δημοτικό Θέατρο «Αστέρια» του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, την Παρασκευή 27 Μαρτίου στις 21:00.

Ο συγγραφέας, που ζει στην πόλη των Σερρών τα τελευταία 13 χρόνια, μιλά στο Jack for Lionnews για τη γέννηση του έργου, την ηρωίδα που αντιπροσωπεύει τον μέσο Έλληνα και τις αντιδράσεις του κοινού. Μέσα από τη συζήτηση, αναδεικνύεται η επικαιρότητα των θεμάτων που θίγει η παράσταση, η ανάγκη να μιλάμε ανοιχτά και η δύναμη του θεάτρου να ενώνει ανθρώπους και να δημιουργεί κοινότητες.

Ο Παναγιώτης Γκούβερης είναι Διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στις μορφές κακοποίησης ανηλίκων, ενώ έχει συγγράψει τα βιβλία:

«Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» (εκδ. Γαβριηλίδης)

«Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου» (εκδ. Παπαζήση)

«Μπαμπά σου λείπω;» (εκδ. Θίνες)

Η παράσταση, με κοινωνικό και ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, αγγίζει την καθημερινότητα, τις αγωνίες και την ελπίδα του κοινού, αποτελώντας ένα δυνατό ραντεβού για το σερραϊκό κοινό.

Ακολουθεί αναλυτικά η συνέντευξη στο Jack for Lionnews

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Μην κλαις ρε γοργόνα»; Ήρθε πρώτα ο χαρακτήρας ή τα γεγονότα που θέλατε να σχολιάσετε;

Λοιπόν, το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα Σαββατοκύριακο το 2015. Στις Σέρρες, την πόλη που ζω, γινόταν το “έλα να δεις” με την ανασκαφή του Τύμβου στην Αμφίπολη. Όλη η πόλη περίμενε να βρεθεί ο τάφος του Αλέξανδρου, περιμέναμε να έρθουν μιλιούνια οι τουρίστες, να γίνουν οι Σέρρες, ο Λευκώνας και η Ντούζλα διεθνείς προορισμοί. Φτιάχναμε την προφορά μας στ’ αγγλικά και ονειρευόμασταν τον Στρατηλάτη. Μέσα σ’ εκείνη τη μανία εγώ ένιωθα το Μεγ’ Αλέξανδρο δίπλα μου, να φοράει τζιν, μαύρα γυαλιά, να τρώει μπουγάτσα, να πίνει καφέ στο Ρεκόρ. Ένιωθα την αδελφή του τη γοργόνα δίπλα μου, να τρώει μπουγάτσα light, να ψάχνει καμιά σερραϊκή γούβα να πλατσουρίσει και να δακρύζει που δεν έχει η πόλη κολυμβητήριο. Δε γινόταν να μη γράψω κάτι. Στην πορεία πλούτισα το κείμενο με τα γεγονότα των Τεμπών, δάκρυσε η γοργόνα….

Η ηρωίδα λέει πράγματα που όλοι λίγο-πολύ έχουμε σκεφτεί. Πόσο «μέσα» σας είναι αυτός ο χαρακτήρας;

Η Γοργόνα ξέρεις μου θυμίζει λίγο την Βούλα Πατουλίδου. Λέει ένα ένδοξο «γαμώτο» για αυτά που στερηθήκαμε κι αυτά που καταφέραμε. Πηδάει εμπόδια-κύματα, βουνοκορφές και στο τέλος κουνάει την ουρά της, όχι όμως από χαρά. Ο χαρακτήρας της πια δεν είναι μέσα μου. Τότε, πριν από δέκα χρόνια, είχα ελπίδα και δάκρυ. Τώρα πια σκλήρυνα. Γράφω αλλιώς σήμερα.

Τι αντιδράσεις σας έχουν μείνει περισσότερο από το κοινό μέχρι τώρα; Υπήρξε κάποια στιγμή που σας συγκίνησε ιδιαίτερα;

Να σου πω την αλήθεια την παράσταση και εγώ ο ίδιος θα τη δω πρώτη φορά από κοντά μαζί σας. Σπάνια ταξιδεύω εκτός Σερρών, ήταν δύσκολο να πάω Αθήνα παρ’ ότι παίχτηκε δυο σεζόν, μ’ ένα σωρό sold out. Μου την έστειλαν οι συνεργάτες βιντεοσκοπημένη και έκλαιγα, χειροκροτούσα μπροστά στον υπολογιστή. Έχω και εγώ αγωνία να δω αν θα δακρύσω στην τελευταία σκηνή, εδώ στις Σέρρες, στο χώμα που την έγραψα…

Κάθε πόλη έχει τη δική της ενέργεια. Τι περιμένετε από το κοινό στις Σέρρες;

Απ’ τη μια μεριά περιμένω λιγάκι μου κακιώσει καθώς στο κείμενο έχω μερικές μπηχτές για την πόλη μας. Το συνηθίζω, μ’ αρέσει να πολεμάω αυτά που αγαπώ, και τούτη την πόλη την αγαπώ πολύ. Από την άλλη περιμένω για άλλη μια φορά να μ’ αγκαλιάσει καθώς όποτε κάνω κάποια δημόσια εκδήλωση νιώθω την αγάπη των συμπολιτών. Ξέρεις, εγώ δεν είμαι Σερραίος παρ’ ότι ζω εδώ σχεδόν δεκατρία χρόνια. Έκανα όμως μεταδημότευση, την αγάπησα την πόλη, έγινα… «Σερραίος απ’ τα Lidl» όπως γράφω και σε ένα άλλο μου κείμενο.

Αν καθόσασταν δίπλα σε κάποιον θεατή μετά την παράσταση, τι θα θέλατε να τον ακούσετε να λέει φεύγοντας;

Νομίζω ότι σε τούτη την παράσταση θα κάτσω δίπλα στην κόρη μου. Μου αρκεί ν’ ακούσω το χειροκρότημα της στον «μπαμπά»…


Δημοσίευση στο ionnews.gr στις 3 Μαρτίου 2026


Κριτική: «SKG – Στην καρδιά της πόλης»: Δύο μονόλογοι, δύο κόσμοι και μια Θεσσαλονίκη που πρωταγωνιστεί (από την Έμυ Μπαξεβάνη)

Στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, στην οδό Αλεξάνδρου Σβώλου, βρίσκεται η «Ζώγια – Βιβλίο, Τσάι και Συμπάθεια», ένας χώρος που έχει συνδέσει την...