Μην κλαις, ρε Γοργόνα!
blog του Παναγιώτη Γκούβερη
Τετάρτη 8 Απριλίου 2026
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026
Συνέντευξη στη Χρύσα Ιακώβου και το SERFREE (24.3.2026)
Το εργο σου έχει λίγο απο... Σερρες μεσα; Τι ακριβως θα δουμε την Παρασκευη επι σκηνης;
Παρασκευή… να είστε έτοιμοι για μια επίθεση αγάπης και οργής προς τις Σέρρες, την Ελλάδα τον ίδιο μας τον εαυτό. Μια γοργόνα, μια καπετάνισσα, ο μπαρμπ' Αλέκος ο Μέγας και όλα τούτα με μπόλικο μπόλικο νερό. Τρένα συγκρούονται, καράβια βυθίζονται, αμπάρια ουρλιάζουν, ράγες δακρύζουν μπροστά στα μάτια μας. Και τότε εμείς κοιτάμε τα χέρια μας και αποφασίζουμε αν είναι αθώα ή ένοχα. Αυτό είναι το έργο.
Δεν εισαι Σερραιος στην καταγωγη, αλλα ζεις πολλα χρονια εδω! Πώς είναι να ζεις και να δημιουργεις στις Σερρες;
Εγώ την έκανα τη μεταδημότευση. Νιώθω φουλ Σερραίος. Να σου πω την αλήθεια το πρωί τις μισώ τις Σέρρες. Μισώ τη διαφθορά της, την ασχήμια της, τις λακκούβες. Τα βράδια όμως λατρεύω την πόλη, γιατί την ονειρεύομαι. Μ' αρέσει να τη φαντάζομαι ελεύθερη και μπροστάρισσα. Νιώθω ότι η πόλη είναι ακόμα σκλαβωμένη σε κάποιον άγνωστο κατακτητή. Σα να έχει καλυφθεί από ένα στρώμα άχνης…
Πώς αισθάνεσαι που το συγκεκριμενο εργο θα ανεβει εδω, στην πολη που γραφτηκε;
Νιώθω σα να ξεγεννώ σε μαιευτήριο της γειτονιάς. Λίγο άγχος το έχω, αλλά … αγωνιώ! Είναι ωραίο να σε χειροκροτούν χέρια που σ' αγαπάνε.
Ο θεατρικος σου λογος ειναι παντα κοινωνικα αιχμηρος - μπορει το θεατρο να "αλλαξει" τον κοσμο;
Το θέατρο άλλαξε εμένα. Μ' εκανε πιο Παναγιώτη. Γνώρισα τον εαυτό μου, την πόλη μου, γνώρισα το δάκρυ μου μέσα από το θέατρο. Όχι δεν μπορεί ν' αλλάξει τον κόσμο, μπορεί ν' αλλάξει τον τρόπο που δακρύζουμε για αυτο τον κόσμο.
Τι ετοιμαζεις για το μελλον, ειτε σε θεατρικο κειμενο ειτε σε πεζο;
Έχω ένα συρτάρι έργα… Δεν τα ξεχωρίζω σε πεζά και θεατρικά. Αυτό τον καιρό το συρτάρι είναι ανοιχτό και κάτι σπαρταρά… Δε λέω τι.
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026
Τρίτη 3 Μαρτίου 2026
Συνέντευξη στο lionnews.gr με αφορμή την παρουσίαση της "Γοργόνας" στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών
Μια παράσταση που γεννήθηκε στις Σέρρες, εμπνεύστηκε από τις Σέρρες και κουβαλά την ενέργεια και τις αντιφάσεις της πόλης, επιστρέφει εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Η θεατρική παραγωγή «Μην κλαις ρε γοργόνα» του βραβευμένου συγγραφέα Παναγιώτη Γκούβερη έρχεται στο Δημοτικό Θέατρο «Αστέρια» του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, την Παρασκευή 27 Μαρτίου στις 21:00.
Ο συγγραφέας, που ζει στην πόλη των Σερρών τα τελευταία 13 χρόνια, μιλά στο Jack for Lionnews για τη γέννηση του έργου, την ηρωίδα που αντιπροσωπεύει τον μέσο Έλληνα και τις αντιδράσεις του κοινού. Μέσα από τη συζήτηση, αναδεικνύεται η επικαιρότητα των θεμάτων που θίγει η παράσταση, η ανάγκη να μιλάμε ανοιχτά και η δύναμη του θεάτρου να ενώνει ανθρώπους και να δημιουργεί κοινότητες.
Ο Παναγιώτης Γκούβερης είναι Διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στις μορφές κακοποίησης ανηλίκων, ενώ έχει συγγράψει τα βιβλία:
«Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» (εκδ. Γαβριηλίδης)
«Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου» (εκδ. Παπαζήση)
«Μπαμπά σου λείπω;» (εκδ. Θίνες)
Η παράσταση, με κοινωνικό και ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, αγγίζει την καθημερινότητα, τις αγωνίες και την ελπίδα του κοινού, αποτελώντας ένα δυνατό ραντεβού για το σερραϊκό κοινό.
Ακολουθεί αναλυτικά η συνέντευξη στο Jack for Lionnews
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Μην κλαις ρε γοργόνα»; Ήρθε πρώτα ο χαρακτήρας ή τα γεγονότα που θέλατε να σχολιάσετε;
Λοιπόν, το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα Σαββατοκύριακο το 2015. Στις Σέρρες, την πόλη που ζω, γινόταν το “έλα να δεις” με την ανασκαφή του Τύμβου στην Αμφίπολη. Όλη η πόλη περίμενε να βρεθεί ο τάφος του Αλέξανδρου, περιμέναμε να έρθουν μιλιούνια οι τουρίστες, να γίνουν οι Σέρρες, ο Λευκώνας και η Ντούζλα διεθνείς προορισμοί. Φτιάχναμε την προφορά μας στ’ αγγλικά και ονειρευόμασταν τον Στρατηλάτη. Μέσα σ’ εκείνη τη μανία εγώ ένιωθα το Μεγ’ Αλέξανδρο δίπλα μου, να φοράει τζιν, μαύρα γυαλιά, να τρώει μπουγάτσα, να πίνει καφέ στο Ρεκόρ. Ένιωθα την αδελφή του τη γοργόνα δίπλα μου, να τρώει μπουγάτσα light, να ψάχνει καμιά σερραϊκή γούβα να πλατσουρίσει και να δακρύζει που δεν έχει η πόλη κολυμβητήριο. Δε γινόταν να μη γράψω κάτι. Στην πορεία πλούτισα το κείμενο με τα γεγονότα των Τεμπών, δάκρυσε η γοργόνα….
Η ηρωίδα λέει πράγματα που όλοι λίγο-πολύ έχουμε σκεφτεί. Πόσο «μέσα» σας είναι αυτός ο χαρακτήρας;
Η Γοργόνα ξέρεις μου θυμίζει λίγο την Βούλα Πατουλίδου. Λέει ένα ένδοξο «γαμώτο» για αυτά που στερηθήκαμε κι αυτά που καταφέραμε. Πηδάει εμπόδια-κύματα, βουνοκορφές και στο τέλος κουνάει την ουρά της, όχι όμως από χαρά. Ο χαρακτήρας της πια δεν είναι μέσα μου. Τότε, πριν από δέκα χρόνια, είχα ελπίδα και δάκρυ. Τώρα πια σκλήρυνα. Γράφω αλλιώς σήμερα.
Τι αντιδράσεις σας έχουν μείνει περισσότερο από το κοινό μέχρι τώρα; Υπήρξε κάποια στιγμή που σας συγκίνησε ιδιαίτερα;
Να σου πω την αλήθεια την παράσταση και εγώ ο ίδιος θα τη δω πρώτη φορά από κοντά μαζί σας. Σπάνια ταξιδεύω εκτός Σερρών, ήταν δύσκολο να πάω Αθήνα παρ’ ότι παίχτηκε δυο σεζόν, μ’ ένα σωρό sold out. Μου την έστειλαν οι συνεργάτες βιντεοσκοπημένη και έκλαιγα, χειροκροτούσα μπροστά στον υπολογιστή. Έχω και εγώ αγωνία να δω αν θα δακρύσω στην τελευταία σκηνή, εδώ στις Σέρρες, στο χώμα που την έγραψα…
Κάθε πόλη έχει τη δική της ενέργεια. Τι περιμένετε από το κοινό στις Σέρρες;
Απ’ τη μια μεριά περιμένω λιγάκι μου κακιώσει καθώς στο κείμενο έχω μερικές μπηχτές για την πόλη μας. Το συνηθίζω, μ’ αρέσει να πολεμάω αυτά που αγαπώ, και τούτη την πόλη την αγαπώ πολύ. Από την άλλη περιμένω για άλλη μια φορά να μ’ αγκαλιάσει καθώς όποτε κάνω κάποια δημόσια εκδήλωση νιώθω την αγάπη των συμπολιτών. Ξέρεις, εγώ δεν είμαι Σερραίος παρ’ ότι ζω εδώ σχεδόν δεκατρία χρόνια. Έκανα όμως μεταδημότευση, την αγάπησα την πόλη, έγινα… «Σερραίος απ’ τα Lidl» όπως γράφω και σε ένα άλλο μου κείμενο.
Αν καθόσασταν δίπλα σε κάποιον θεατή μετά την παράσταση, τι θα θέλατε να τον ακούσετε να λέει φεύγοντας;
Νομίζω ότι σε τούτη την παράσταση θα κάτσω δίπλα στην κόρη μου. Μου αρκεί ν’ ακούσω το χειροκρότημα της στον «μπαμπά»…
Δημοσίευση στο ionnews.gr στις 3 Μαρτίου 2026
Κυριακή 1 Μαρτίου 2026
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026
Αθώοι Σερραίοι
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025
Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025
«Μην κλαις ρε γοργόνα» στο θέατρο Ίσον. Ο εφιάλτης ξυπνά μέσα από το μύθο της θλιμμένης γοργόνας. Η αντιστοιχία με τη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα διαλύει τη χίμαιρα της ευδαιμονίας. (της Ελένης Αναγνωστοπούλου)
Μας μαθαίνουν από μικρή ηλικία ιστορίες και μύθους. Το περιεχόμενο τους έχει συνήθως χροιά διδακτική πέρα από το εκπαιδευτικό του πράγματος. Κάπου- κάπου μας αφηγούνται αυτές τις ιστορίες είτε για να μας καλοπιάσουν όταν τύχαινε να κάνουμε καμιά αταξία και άλλοτε ως παραμύθι που θα μας βοηθούσε να χαλαρώσουμε και να κοιμηθούμε. Και κάπως έτσι περνάει η τρυφερή παιδική ηλικία κατά την οποία φυτεύονται και μπολιάζονται στοιχεία που αργότερα σφυρηλατούν την προσωπικότητά μας, το Ασυνείδητο Είναι μας. Περνούν οι μέρες, οι ώρες, ο χρόνος διαδέχεται τον επόμενο. Και φτάνει η στιγμή που είμαστε πλέον κι επίσημα «μεγάλοι». Είναι εκείνη η χρονική στιγμή που μας κάνει ν’ αναρωτιόμαστε με απορημένο βλέμμα: «Πότε πέρασε τόσος καιρός;» Πρόκειται για τη συνειδητοποίηση ότι έχουμε πλέον αποχαιρετήσει οριστικά ένα κομμάτι του εαυτού μας που υπήρξε γλυκό και αθώο και τώρα καλούμαστε να γίνουμε κύριοι του εαυτού μας.

Η έννοια του Ανήκειν έχει παρερμηνευτεί ουκ ολίγες φορές διότι σαν άνθρωποι έχουμε την τάση να ελέγχουμε τα πάντα γύρω μας, νομίζοντας- εσφαλμένα- ότι δεν θα χάσουμε ανθρώπους από κοντά μας, ότι οι καταστάσεις δεν θ’ αλλάξουν και συνεπώς δεν θα μας ξεβολέψουν. Ήρθε λοιπόν η ώρα να πούμε ένα ηχηρό: «Καλώς όρισες!» σε όλα αυτά που θα έρθουν όχι επειδή θέλουν το κακό μας αλλά επειδή είναι σημαντικοί σταθμοί του επίγειου προορισμού μας. Υφίσταται λοιπόν ένας άγραφος κανόνας που διατυπώνει ότι η ενήλικη ζωή συνδέεται με την εξερεύνηση του μονοπατιού που είναι μοναδικό και τελείως διαφορετικό για τον καθένα ούτως ώστε να φτάσει στον Ανώτερο Αυθεντικό Εαυτό του, στην πραγμάτωσή του όχι σε υλικό αλλά σε πνευματικό επίπεδο.

Ο μύθος της γοργόνας, της αδερφής του Μέγα-Αλέξανδρου στην ελληνική λαογραφία.
Στην ελληνική λαογραφία η γοργόνα είναι θαλάσσιος δαίμονας, ένα πλάσμα που θα το χαρακτηρίζαμε με τον όρο υβρίδιο. Άνθρωπος από την κορυφή ως τη μέση και ψάρι από τη μέση έως την ουρά. Αυτός ο παράδοξος σχεδόν απόκοσμος δαίμονας αρπάζει από τα πλοία τους ναύτες και μετά τα βυθίζει, είναι υπεύθυνος για την πρόκληση θαλάσσιων ανεμοστρόβιλων. Ήταν αδερφή του Μέγα-Αλέξανδρου που ήπιε το αθάνατο νερό και εμφανίζεται σε ανθρώπους μεσάνυχτα Σαββάτου. Σύμφωνα με την ελληνική λαογραφία, οι γοργόνες ζουν στη Μαύρη Θάλασσα (Εύξεινος Πόντος) και συχνά κατεβαίνουν στο Αιγαίο. Όταν συναντήσει στο δρόμο της κάποιο πλοίο, το πιάνει από την πλώρη και ρωτάει: «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» Αν οι ναύτες απαντήσουν ότι ζει τους αφήνει να φύγουν τραγουδώντας με τη λύρα της. Αν όμως οι ναύτες απαντήσουν ότι ο βασιλιάς Αλέξανδρος πέθανε και δεν ζει πια, πετάει το καράβι ψηλά και πέφτοντας στο νερό βυθίζεται παίρνοντας μαζί του και τους ναύτες. Έπειτα, η γοργόνα το μετανιώνει για τις ζωές των ναυτών που αφαίρεσε, κλαίει και μοιρολογεί. Από τα κλάματα σηκώνεται τρικυμία και θύελλα μεγάλη που αφανίζει τα πάντα στο πέρασμά της.

Το κείμενο διά χειρός Παναγιώτη Γκούβερη αποτελείται από εφτά αυτοτελείς ιστορίες που ενισχύουν τον αρχικό μύθο της γοργόνας ενώ παρεισφρέουν γεγονότα και σημεία ορόσημα που έχουν σημαδέψει τη σημερινή εποχή. Διακατέχεται από γλαφυρότητα ενώ ασκεί κοινωνιοκριτική στη σαθρή πολιτική της ελληνικής επικράτειας που στο βωμό του χρήματος δεν διστάζει να αφαιρέσει τις ζωές ανυποψίαστων πολιτών. Μήπως μας θυμίζει κάτι αυτό;
Μήπως κάτι έχει να μας πει; Σαφώς τα μηνύματα είναι άπειρα κι έρχονται καταιγιστικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι απαγορευτική η ζωή.
Επιτρέπεται μονάχα η επιβίωση σαν αναγκαία συνθήκη, σαν δίαυλος μεταφοράς κι εξυπηρέτησης σκοτεινών σκοπών, θολών και απατηλών ως προς το περιεχόμενό τους.
Παράλληλα, στηλιτεύεται το πλέον νόμιμα θεσπισμένο εργασιακό μοντέλο που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μεγαλύτερη φτωχοποίηση και πλήρη εξαθλίωση του πληθυσμού. Επί παραδείγματι, ο άνθρωπος απομακρύνεται από τα όνειρά του. Σαν αποτέλεσμα, αφού δεν καταστρώνει σχέδια για το μέλλον, είναι υποχρεωμένος να ζει την ημέρα της μαρμότας σε υποδιαίρεση: αν στο παρελθόν έκανε πλάνα μόνο για την επόμενη μέρα, τώρα ζει εξαντλούμενος στο κυνήγι του δευτερολέπτου αφού κατάντησε υπόδουλος των αριθμών. Ένα καλοκουρδισμένο γρανάζι του συστήματος. Χωρίς φωνή. Χωρίς υπόσταση.
Ένα ανδρείκελο- μηδενικό.

Η σκηνοθεσία της Περσεφόνης Παντοπούλου έχει σαν αφετηρία εστίασης την κατακραυγή αναφορικά με την έξαρση παραφοράς του ένδοξου παρελθόντος και την εμμονική προσκόλληση στα περασμένα μεγαλεία. Προσεγγίζει το έργο από ψυχαναλυτική σκοπιά εφ’ όσον οι μνήμες μας είναι τα βιώματά μας. Αυτά μας καθορίζουν, μας διαμορφώνουν κι εντέλει μας αλλάζουν. Παίρνει λοιπόν το μύθο της γοργόνας και από επινοημένη αφήγηση τον καθιστά ρέουσα θεατρική παράσταση που διαθέτει αρχή, μέση και τέλος. Κατασκευάζει ένα δραματοποιημένο μανιφέστο με σαφή τοποθέτηση που αφορά την παρρησία του λόγου. Διαχειρίζεται εύστοχα τον μπρεχτικό όρο περί ανάσυρσης του μύθου διότι εφ’ όσον πραγματοποιεί τη σύζευξη του μύθου- αφηγήματος στην καθ’ ημάς πραγματικότητα, εξάγει τα παρακάτω συμπεράσματα: α) ότι η προγονολατρεία δημιουργεί ανθρώπους με παρωπίδες και στενοκέφαλες απόψεις. β) ότι ο κόσμος εδώ και 3000 χρόνια παραμένει ίδιος και απαράλλαχτος(εκτός από την ενδυμασία και την τεχνολογία). γ) Πόσες ασχήμιες δύναται ν’αντέξει ο άνθρωπος; δ) Καλύτερα ένα όμορφο καλοστολισμένο ψέμα ή μια άβολη, λιτή κι απέριττη, αφτιασίδωτη Αλήθεια;
Έτσι λοιπόν ο μύθος δουλεύεται στο διηνεκές, όχι μόνο στο επίπεδο της συγγραφής του θεατρικού κειμένου αλλά κυρίως καθώς εξελίσσεται η σκηνοθεσία που εκτός των προαναφερθέντων δεν παρουσιάζεται ως οριστικός εκσυγχρονισμός του νοήματος αλλά ως επιλογή δραματουργική, του παιγνίου και άρα ερμηνευτική.
Η συνεργασία των Εύας Τρουπιώτη και Μυρτούς Μάστορη αναφορικά με το σκηνικό της παράστασης, αποδεικνύει ότι ακόμα και η πιο απλή έμπνευση μπορεί να μετουσιωθεί σε σκηνικό περιβάλλοντα χώρο που αντιπροσωπεύει το δραματικό τόπο-πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η γοργόνα.
Η Γρηγορία Μεθενίτη χρησιμοποιεί τις γρήγορες κι απότομες εναλλαγές στις κινήσεις της ηρωίδας, αποτυπώνοντας εύγλωττα την αγωνία και την ανάγκη της από κάπου να γαντζωθεί, κάπου να πιαστεί.
Οι φωτισμοί των Δημήτρη Σαβουιδάκη και Λίας Μιχάλη ενισχύουν το φαινομενικά ονειρικό τοπίο του υγρού στοιχείου που έρχεται σε αντιπαραβολή με τον ταραγμένο νου της γυναικείας φύσης της ηρωίδας.
Η Μπέτυ Σαράντη χρησιμοποιεί τον εαυτό της επί σκηνής, ως καμβά, ως ερμηνευτικό εργαλείο μέσα από το οποίο ξεπηδούν όλοι οι χαρακτήρες εκτός της γοργόνας: πρόκειται για πρόσωπα που δεν βλέπουμε μα γνωρίζουμε ότι υπήρξαν για λίγο εφήμεροι συμπορευτές της. Λειτουργεί ως μη δραματοποιημένος αυτοδιηγητικός αφηγητής εφ’ όσον αφηγείται την ιστορία υπό τη σκοπιά του παρατηρητή. Δεν μετέχει στην αναπαράσταση των γεγονότων που σχετίζονται με τον αδερφό της, ωστόσο εμφανίζεται σαν απλός μάρτυρας, μη συνειδητοποιημένος. Ως μια φωνή που βαίνει ενάντια στη σιωπή και τολμά να ορθώσει το άφατο με θεμελιώδη αποδέκτη το κοινό που λαμβάνει άτυπα το ρόλο του ψυχοθεραπευτή που λειτουργεί σαν καταλυτική παρουσία: ακούει, δεν παρεμβαίνει, συμπάσχει. Σιωπηλά.
Ολοκληρώνοντας την πραγμάτευσή μου, θα ήθελα να προσθέσω ότι τα συστατικά επιτυχίας της παράστασης οφείλονται στο τρίπτυχο ίλιγγος- ταύτιση- κάθαρση. Μέσα από το συναισθηματικό χωνευτήρι, βιώνουμε ανάλαφρα τα δομικά στοιχεία μιας τραγωδίας όπου το έξυπνα στοχευμένο χιούμορ διαδέχεται τη λύπη και την ακηδία βοηθώντας μας να συνεκτιμήσουμε την κατάσταση και να πάμε παρακάτω όντας ρεαλιστές κι όχι όντας βυθισμένοι σε διαρκή λήθαργο.
Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025
Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025
Σάββατο 12 Ιουλίου 2025
Η Χρυσάνθη Ιακώβου για το "μπαμπά σου λείπω;"
Η συλλογή διηγημάτων «Μπαμπά, σου λείπω;» είναι το τρίτο βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη, το οποίο, παρόλο που είναι διαφορετικό απ’ ό,τι έχει γράψει ως τώρα, μοιάζει να ανακεφαλαιώνει, κατά κάποιον τρόπο, όλα τα προηγούμενα. Ο Γκούβερης είναι πρώτα απ’ όλα θεατρικός συγγραφέας – το λογοτεχνικό του ντεμπούτο ήταν το «Μην κλαις, ρε γοργόνα!» με θεατρικά κείμενα, κάποια από τα οποία έχουν ανεβεί και στη σκηνή. Στο δεύτερό του βιβλίο, το «Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου», τον είδαμε περισσότερο με την επαγγελματική του ιδιότητα: ένα επιστημονικό, κατά βάση, βιβλίο, που ερευνά το σύνδρομο Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου και περιέχει, μεταξύ άλλων, πραγματικά περιστατικά διαζευγμένων γονιών κατά τα οποία η υγεία του παιδιού γίνεται αντικείμενο φιλονικίας μεταξύ της μητέρας και του πατέρα. Είναι μέσα στα ερευνητικά και επαγγελματικά ενδιαφέροντα του Γκούβερη η μελέτη περιπτώσεων κακοποίησης ανηλίκων.
Το «Μπαμπά, σου λείπω;» λοιπόν φαίνεται να συνενώνει τις επαγγελματικές και λογοτεχνικές ιδιότητες του Γκούβερη. Όπως λέει και ο υπότιτλος, έχουμε να κάνουμε με ιστορίες που αφορούν περιπτώσεις διαζυγίου, το οποίο διαζύγιο φέρνει πολλές φορές τη γονική αποξένωση και βλάπτει το παιδί, όταν οι γονείς δεν μπορούν να διαχειριστούν σωστά τον χωρισμό. Πρόκειται για μικρές ιστορίες, διηγήματα θα μπορούσαμε να πούμε, ή, αν θέλετε, σύντομες θεατρικές πράξεις, γιατί τα περισσότερα κείμενα είναι διάλογοι ή μονόλογοι, θα μπορούσαμε να τα δούμε και στο θέατρο, γιατί στο κάτω κάτω ο Γκούβερης παραμένει ένας θεατρικός συγγραφέας και όσα γράφει έχουν πάντα μια ζωντάνια, μια καθαρότητα, μια θεατρικότητα.
Ο Γκούβερης ως συγγραφέας χαρακτηρίζεται από μια ηρεμία. Ο τρόπος που αφηγείται –είτε πρόκειται για κάτι ευχάριστο είτε για κάτι δυσάρεστο– έχει μια ειλικρίνεια, μια σταθερότητα, μια αμεσότητα, είναι αφοπλιστικός. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του είναι που μαγνητίζει τον αναγνώστη και που τον κερδίζει, προτού προλάβει να φέρει άμυνες, προτού προλάβει να αμφισβητήσει αυτά που διαβάζει. Τα κείμενα του Γκούβερη σε κρατούν από την αρχή, βυθίζεσαι μέσα τους, κι έπειτα σε οδηγούν έξω, αφότου σε έχουν συνταράξει.
Αυτό συμβαίνει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό στο συγκεκριμένο βιβλίο, που από τη φύση του προκαλεί τον αναγνώστη τόσο λογοτεχνικά όσο και συναισθηματικά: οι ιστορίες αφορούν άσχημα διαζύγια και στα περισσότερα κείμενα ο συγγραφέας παρουσιάζει την κατάσταση μέσα από τα μάτια και τα λόγια του παιδιού.
Στο βιβλίο τονίζεται ιδιαίτερα –όπως δηλώνει εξάλλου και ο τίτλος– η σχέση μεταξύ παιδιού και πατέρα, εφόσον, ως γνωστόν, τα παιδιά πάνε συνήθως με τις μητέρες μετά το διαζύγιο, οπότε πολλές φορές έρχεται απόσταση με τον πατέρα. Κι αυτό είναι ένα στοιχείο που καθορίζει το βιβλίο και φωτίζει κοινωνικά, αν θέλετε, το θέμα του διαζυγίου από μια σκοπιά που δεν έχουμε συνηθίσει και μας βάζει σε πολλές σκέψεις ή ανοίγει πολλές συζητήσεις.
Αυτό που μας κεντρίζει συναισθηματικά στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι ότι σε πολλές από τις ιστορίες τα παιδιά δεν βλάπτονται από το διαζύγιο αυτό καθεαυτό, αλλά από τους ίδιους τους γονείς. Τα παιδιά δεν είναι δηλαδή τραυματισμένα απλώς επειδή οι γονείς χώρισαν, αλλά επειδή οι μητέρες και οι πατέρες βγάζουν έναν θυμό μεταξύ τους, μια μικροπρέπεια, ο κάθε γονιός στέκεται εμπόδιο στη σχέση του παιδιού με τον άλλον γονιό. Κοινώς, δεν μπορούν να αφήσουν τις διαφορές τους στην άκρη για το καλό του παιδιού.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον νόμο. Σε πολλά σημεία του βιβλίου διαβάζουμε για δικαστήρια, δικαστές, δικηγόρους, δικαστικές αποφάσεις, όλα αυτά περιορίζουν ασφυκτικά τη σχέση του παιδιού με τον έναν γονιό, τον γονιό-«θύμα» δηλαδή, που αναγκάζεται να βλέπει το παιδί του πολύ συγκεκριμένες μέρες και ώρες.
Όλα αυτά είναι γνωστά στους ενήλικες, αλλά βλέποντάς τα εδώ μέσα από τα μάτια ενός παιδιού αντιλαμβάνεται κανείς τον παραλογισμό που συχνά συνοδεύει έναν χωρισμό. Το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη είναι μια μετωπική σύγκρουση ενός κακού διαζυγίου με την αγάπη. Όλα αυτά έχουν λογοτεχνικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και ο συγγραφέας δημιουργεί τρομερές ιστορίες που ο αναγνώστης θα τις θυμάται για πολύ καιρό αφότου τις διαβάσει, αλλά παράλληλα το βιβλίο αποτελεί ολόκληρο ένα τεράστιο κοινωνικό σχόλιο, για τις συμπεριφορές των γονιών και για το νομοθετικό σύστημα.
Ο κόσμος του «Μπαμπά, σου λείπω;» είναι ο μικρόκοσμος ενός παιδιού γεμάτος μοναξιά, φόβο, ανασφάλεια, αδικία, παράπονο και μια μεγάλη αγάπη που τεμαχίστηκε ή λειτουργεί με συγκεκριμένα ωράρια. Ο Γκούβερης είναι ιδιαίτερα προκλητικός, όχι μόνο γιατί μιλά για το διαζύγιο δίνοντας φωνή στο παιδί, αλλά γιατί προχωρά σε τολμηρές επιλογές, όπως το να παρουσιάσει τον πατέρα ως θύμα και όχι ως θύτη, να θίξει τον παραλογισμό της νομοθεσίας, να δείξει τους γονείς ως ανθρώπους που βάζουν τον εγωισμό τους πιο πάνω από το παιδί τους.
Το «Μπαμπά, σου λείπω;» ασχολείται με το θέμα του διαζυγίου από μία εντελώς άλλη οπτική, αποτελεί μια κατάθεση στο ζήτημα αυτό και μια πραγματική αφορμή για προβληματισμό και διάλογο. Έχει να προσφέρει κάτι και λογοτεχνικά και κοινωνικά και σε τελική ανάλυση είναι ένα βιβλίο που έπρεπε να γραφτεί και καλώς γράφτηκε με τον τρόπο που γράφτηκε, δηλαδή με νηφαλιότητα, με ρεαλισμό, με μαύρο χιούμορ σε κάποια σημεία και με μια πολύ εύθραυστη τρυφερότητα. Ένα τέτοιο βιβλίο, που να συνενώνει όλα αυτά τα στοιχεία με αυτόν τον τρόπο, βρήκε την καλύτερη έκφρασή του από την ιδιαίτερη λογοτεχνική φωνή του Παναγιώτη Γκούβερη.
Πρώτη Δημοσίευση Περιοδικό Περι Ου
-
"Όταν πέφτει μια βόμβα, λίγο πριν ακουστεί το μπαμ, λίγο πριν γίνει η αστραπή, κοιτάς τα δάχτυλά σου. Μετά το μπαμ τα μετράς. Άμα ε...
-
The Arts of Life in America: Unemployment, Radical Protest, Thomas Speed 1932 Καιρό έχει να γίνει σεισμός στην πόλη. Να βγούμε με τα σώβρακ...
.jpg)