Τρίτη 21 Απριλίου 2020

ΚΑΝΕ ΕΝΑ ΑΥΓΟ

Ο Στέργιος Αντωνιάδης είναι ζωγράφος, ο Παναγιώτης Γκούβερης δεν είναι. 
Πόσο δύσκολο είναι να κάνουν ένα αυγό; 




Τρίτη 14 Απριλίου 2020

"Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΑΠΙΟ ΚΕΡΑΣΑΚΙ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΚΟΦΤΙΑΓΜΕΝΗ ΤΟΥΡΤΑ"


Συνέντευξη στο culturebook.gr




Έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η θέση του πεζογράφου στην κοινωνία;

Ξέρεις, εγώ ζώ στις Σέρρες. Λίγο πολύ όλοι ξέρουν πως γράφω εδώ πέρα. Άλλοι με λένε συγγραφέα, άλλοι καλλιτέχνη, άλλοτε στα σοβαρά άλλοτε στ' αστεία. Δε γεννήθηκα εδώ, αλλού μεγάλωσα, όμως στις Σέρρες ξεκίνησα να γράφω για τα καλά. Νιώθω πώς έχω μια υποχρέωση στην πόλη αυτή, έστω κι αν την αισθάνομαι άσχημη και κουραστική. Νιώθω σαν να με έχει υιοθετήσει ένα πράμα. Νομίζω ότι θα δυσκολευτώ όποτε και αν φύγω από δώ. Όταν αναρωτιέμαι για τη θέση μου ως γραφιά στην κοινωνία συλλογίζομαι τοπικά. Αναζητώ τη θέση μου στην πόλη των Σερρών: Γιατί την έχω ανάγκη αυτή την μικρή κοινωνία και τι έχει ανάγκη από εμένα αυτός ο μικρόκοσμος; Νομίζω τελικά ότι ο συγγραφέας είναι το σάπιο κερασάκι σε μια κακοφτιαγμένη τούρτα που τη λένε κοινωνία. Αυτή είναι η θέση του: Ψηλά… και βυθισμένα. Δεν ξέρω τι γίνεται σε πόλεις πιο μεγάλες, πιο φανταχτερες, πιο βρώμικες. Όμως επαρχία δίχως αλαφροΐσκιωτους πεζογράφους δε γίνεται.

Να σου εξομολογηθώ κάτι: Τόσα χρόνια στις Σέρρες, αρνούμαι να γυρίσω τα χωριά του νομού. Δε θέλω να μάθω την περιοχή, δε θέλω να την κάνω δική μου. Νιώθω πως όσο γράφω πρέπει να διατηρώ το ανεκπλήρωτο, να χω να περιμένω και να με περιμένουν. Μια τέτοια μετέωρη θέση νιώθω λοιπόν ως εκκολαπτόμενος πεζογράφος.

Ας κάνουμε όμως έναν συλλογισμό: Έστω πως με μια σβήστρα σβήσουμε όλους τους πεζογράφους και τους ποιητές και τους ζωγράφους και τους ηθοποιούς σε μια αφράτη πόλη. Τι θα γίνει; Θα μικρύνει αυτή η πόλη, θα φοβηθεί, θα γίνει τοσοδούλα, θα χάσει τη νοστιμιά της και την μνήμη της. Οι πεζογράφοι αυτό ξέρουν: Ξέρουν να θυμούνται και να διηγούνται ξανά, όμως με όσο ψέμμα χρειάζεται. Με τη σωστή δοσολογία. Σκέτη αλήθεια δεν έχει νοστιμιά. Δίχως την λοξή μνήμη του πεζογράφου, δεν αντέχεται η ιστορία και η ζωή η ίδια. Εκεί λοιπόν καταλήγω: Οι συγγραφείς είναι οι καλοπροαίρετοι ψεύτες που στοιχίζουν τα τείχη μιάς πόλης.


Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή του κορονοϊού, έχει ιδιαίτερο ρόλο η πεζογραφία;


Η πεζογραφία νομίζω ότι σιχαίνεται τις κοινές κρίσεις. Όσοι γράφουμε θέλουμε μια αποκλειστικότητα στα βάσανά μας. Θέλουμε να είναι δικά μας και μόνο δικά μας. Γράφουμε για τον δικό μας έρωτα, το δικό μας πένθος, τη δική μας γέννα. Τώρα λοιπόν στέκεται μπροστά μας ένα βάσανο κοινο, συλλογικό και φρέσκο, ζεστό ζεστό, μεταδοτικό απ' τον έναν προς τον άλλο. Δύσκολο να γράψεις έτσι… Δύσκολο να φιλιώσεις με την κοινή εμπειρία και να την περιγράψεις δίχως να παρασυρθείς απο μια γραφή δημοσιογραφική. Να σου δώσω ένα παράδειγμα: Όταν γράφω θέατρο δυσκολεύομαι ακόμα να βάλω στις σκηνές κινητά τηλέφωνα, ή υπολογιστές… ακόμα δεν έχω φιλιώσει με αυτή την κοινή πραγματικότητα και ας πάνε δυο δεκαετίες που μας κατέκλυσε.

Η πεζογραφία θα πάρει την εκδίκησή της από τον κορονοϊό. Θα τον περιγράψει, θα τον αφηγηθεί, θα τον χλευάσει και θα τον πενθήσει, όμως όχι τώρα. Θέλει υπομονή. Αυτός είναι ο ρόλος της. Είναι το αόρατο χέρι που βαστάει το μολύβι του μέλλοντος. Όταν ο καθένας μας φιλιώσει και πληγωθεί πραγματικά από το χτικιό του κορονοϊού, τότε θα βγουν κείμενα, τότε θα γίνουν γέννες. Η γραφή προϋποθέτει πληγή στο σώμα, ανάμνηση χαραγμένη δίχως προσδοκία ίασης.

Βλέπω τον κόσμο να διαβάζει αβέρτα τώρα στην καραντίνα. Online θέατρο, σειρές, ταινίες, ντάνες βιβλία, ποίηματα με το κιλό…. Εγώ δεν αντέχω να βουτήξω σε αναγνώσεις αυτές τις μέρες. Έχω μια αναγνωστική αμηχανία, άρνηση, η οποία όμως με ανακουφίζει. Δε θέλω την παρέα ούτε του Ντοστογιέφσκι, ούτε του Καραγάτση αυτές τις μέρες. Θέλω τη μοναξιά μου. Βέβαια γράφω, κάθε μέρα γράφω, όμως ούτε μια λέξη για τον κορονοϊό. Αργότερα, θα πάρω την εκδίκησή μου κι απ' αυτόν. Εύχομαι ειλικρινά του χρόνου, του παραχρόνου, σε μια πενταετία, τα Αθηναϊκά θέατρα να παίζουν φάρσες για πανδημίες και εμβόλια. Ποιός ξέρει... Εδώ θα είμαστε… ελπίζω.





Lost Lamb, Vygantas Paukste 1994






 


Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Πατ πατ

Εγώ δε θέλω το δικό σας χειροκρότημα. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα ρυθμικά παλαμάκια. Μου αρκούν τα παλαμάκια του Μίμη, του Αλί, του Τάσου και της Άννας. Αυτά ξέρω, αυτά εμπιστεύομαι. Ο Μίμης προσπαθεί χρόνια να χειροκροτήσει, αλλά το ένα του χέρι ρε γαμώτο είναι μικρό κι αδύναμο και μαγκωμένο ρε γαμώτο. Και είναι δύσκολο να κάνει πατ πατ πατ και όμως προσπαθεί και προσπαθεί και στο τέλος ξέρεις κάτι… εγώ το ακούω το πατ πατ πατ, ποτέ δε σταματάει, τ' ακούω στην καρδιά μου.
Εγώ δε δουλεύω σε νοσοκομείο, δουλεύω λίγο έξω απ' την πόλη. Σ' ένα κέντρο κοινωνικής πρόνοιας, που ο Μίμης, ο Αλί, ο Τάσος και η Αννα το λένε σπίτι.




 Pair of Ivory Clappers in Form of Human Hands Egypt, 1539 - 1190 BC 

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

"Ο Βαρόνος που Δ.Ε.Π.Υ." Η υβριδική γραφή της Γιαγκάζογλου


Μ' αρέσει ένα βιβλίο όταν δεν ξέρω τι είναι, δεν ξέρω σε ποιόν να το δωρίσω, δεν ξέρω αν πρέπει να το διαβάσω μόνος μου ή μέσα στην τάξη μου. Τέτοιο είναι το τελευταίο βιβλίο της Βούλας Γιαγκάζογλου "Ο Βαρόνος που Δ.Ε.Π.Υ." (εκδ. Ελληνοεκδοτική, 2020). Ένα σχεδόν παιδικό βιβλίο που σε φέρνει σε ένα σωρό αναγνωστικά διλήμματα: Να κλάψω ή να γελάσω με τα παθήματα ενός αδέξιου τετράποδου βαρόνου; Να ταυτιστώ με τον ίδιο, με τους συμμαθητές ή τη δασκάλα του;

Παρακολουθούμε τις περιπέτειες ένταξης ενός μικρού γαϊδάρου σε μια αφιλόξενη σχολική τάξη. Αποδοχή, απόρριψη, φθόνος, αλληλεγγύη και σχολικός ρεαλισμός, διαμορφώνουν έναν ενδιαφέρον μονόλογο τάξης, μια παιδική κωμικοτραγωδία τσέπης, μια γραφή υβριδική:

"- Τι μαρτύριο είναι για μένα το σχολείο.(...) Αυτοί οι μεγάλοι δεν ξέρουν τι θέλουν. Ενώ μας λένε να λέμε πάντα την αλήθεια, όταν το κάνουμε τρώμε τιμωρία. (...) Η δασκάλα λέει ότι είναι πολύ ωραίο πράγμα η ευαισθησία. Παρόλα αυτά, σε εμένα δεν φαίνεται να το εκτιμά. (...) Λες και μου έκαναν καμιά εκατοστή εμβόλια μαζεμένα.(...) Για όλα φταίω εγώ. (...) Μα γιατί δεν με πιστεύει κανείς; (...) Α, ρε πατέρα ποιητή! (...) Μακάρι να γινόταν να αλλάξω τον εγκέφαλό μου. (...) Ίσως είπε και τη λέξη σ' αγαπώ. (..) Δε γίνεται ένα ελάττωμα να είναι μόνο ελάττωμα."

Η Γιαγκάζογλου προτείνει ένα μανιφέστο ανηλικότητας κατά της αναπόφευκτης ενηλικίωσης. Μια σύγκρουση του λογικού με το παράλογο, ένα παιδικό παραλήρημα για τη χαμένη αθωότητα.

Όλα τούτα θα ήταν δυσβάστακτα για τον εκάστοτε μικρό -ή λιγότερο μικρό- αναγνώστη, ωστόσο εδώ έρχεται το χιούμορ που διατρέχει όχι μόνο κάθε λέξη του κειμένου, αλλά πολλές φορές κάθε συλλαβή. Δαιμόνιο παιχνίδι με τις λέξεις, τα σύμβολα και τα νοήματα καθιστούν αποδεκτά και εύληπτα τα πιο περίεργα "κατασκευάσματα". (απολαυστικό εύρημα ένας γάιδαρος να μιλάει καθαρεύουσα).

Ένα ασταμάτητο γαϊτανάκι λοιπόν, ωστόσο αυτό ακριβώς δίνει και τη γεύση της Δ.Ε.Π.Υ. (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητα). Το ανοριακό, το αδιάλειπτο, το απρόσμενο καταλήγει ως τρόπος δημιουργίας που τελικά λυτρώνει.

Η Γιαγκάζογλου μας μπολιάζει με μια δόση αναγνωστικής Δ.Ε.Π.Υ. Οι λέξεις χορεύουν επαναστατούν, ζαλίζονται και τελικά σε καταλαμβάνουν.

Αρωγός/ξεναγός στον κόσμο της, είναι η εικονογράφος Μαρία Μανουρά. Τα ανθρωπομορφικά της σκίτσα συνδυάζουν τη θλίψη και ελπίδα των ηρώων ενώ αναδεικνύουν την παραστατικότητα του κειμένου.

Θα ήθελα να δω έναν θεατρικό μονόλογο με την ιστορία του Βαρόνου. Νομίζω ότι το είδος του μονολόγου είναι καιρός να εισαχθεί και στο παιδικό θέατρο. Ο υπερκινητικός Βαρόνος θα ήταν μια ιδανική αρχή επί σκηνής.





Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Συνέντευξη στη Χρυσάνθη Ιακώβου

Ο Παναγιώτης Γκούβερης είναι φρέσκος ακόμα στα λογοτεχνικά πράγματα: εξέδωσε μόλις πριν λίγους μήνες το πρώτο του βιβλίο (με τον εντυπωσιακό τίτλο "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!") από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Στο πρώτο του αυτό λογοτεχνικό βήμα, το οποίο μας προϊδεάζει για μια ελπιδοφόρα συνέχεια, ο Γκούβερης μας δίνει μια εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας μέσα από εφτά θεατρικούς μονόλογους. Το βιβλίο δεν επιδιώκει να παρουσιάσει τα κακώς κείμενα της κρίσης, ούτε να δώσει λύσεις ούτε και να κατηγορήσει κανέναν: το μόνο που θέλει είναι να αφήσει τους ήρωες του να μιλήσουν. Είναι εντυπωσιακό το πόσο καθημερινοί τύποι είναι οι ήρωες των μονολόγων, το πόσο θα μπορούσαμε να είμαστε κάλλιστα εμείς στη θέση τους. Προσωπικές αποτυχίες, λάθος αποφάσεις, διαψευσμένες προσδοκίες, οι ήρωες βρίσκονται αντιμέτωποι με ανυπέρβλητες δυσκολίες και μοιάζουν να μην έχουν άλλο καταφύγιο παρά τον μονόλογό τους αυτό. Άλλοτε σε πρώτο πλάνο και άλλοτε στο φόντο, η Ελλάδα της κρίσης -με όλα τα προβλήματα και τις ανατροπές που έφερε- είναι συνεχώς παρούσα. Οι ήρωες αναζητούν διακαώς μια λύτρωση, η οποία όμως και μένει μετέωρη, μοιάζει να μην έρχεται: έρχεται ωστόσο για τους αναγνώστες / θεατές. Με γλώσσα απλή, λόγο άμεσο και εύστοχο και χωρίς προσπάθειες εντυπωσιασμού, το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη πετυχαίνει με έναν τρόπο ήρεμο και αθόρυβο το στόχο του: να προβληματίσει, να θέσει ερωτήματα, να δώσει ένα στίγμα για τους ανθρώπους της Ελλάδας του σήμερα.


Οι θεατρικοί σας μονόλογοι θα μπορούσαν κάλλιστα να σταθούν και ως διηγήματα. Γιατί θέατρο λοιπόν;
Έχω εθιστεί στη θεατρική γραφή. Το 2013 ο Παναγιώτης Μέντης σκηνοθέτησε έναν μονόλογό μου. Ήταν μια εμπειρία μαγική, ένα δώρο ζωής για μένα. Να βλέπεις όλα τούτα που μέχρι πρότινος ήταν βαθιά στο νου σου να στέκονται και να κινούνται πάνω στο σανίδι! Ένοιωσα γεννήτορας. Με τους μονολόγους νιώθω ότι γκρεμίζω και χτίζω κόσμους, γειτονιές, αυλές… Το βιβλίο της "Γοργόνας" αυτό είναι, ένα κάλεσμα σε μια γειτονιά ηρώων και αντιηρώων. Ένα θεατρικό μυθιστόρημα.

Οι ήρωες σας είναι βαθύτατα πληγωμένοι, τσακισμένοι θα έλεγα, τόσο από τους προσωπικούς τους δαίμονες όσο και από τα προβλήματα της ζωής και εσείς τους παρουσιάζετε χωρίς καμιά προσπάθεια ωραιοποίησης. Με ποιον τρόπο σκιαγραφείτε τους ήρωες σας;
Οι ήρωες μου ελπίζουν. Πονάνε, θρηνούν, νοσταλγούν, αλλά στο τέλος ελπίζουν και αντέχουν όλα τα δεινά τους, όχι όμως αγόγγυστα. Τους δίνω ένα δικαίωμα στη διαμαρτυρία. Κάθε μέρα στη δουλειά μου στέκομαι δίπλα σε ανθρώπους με αναπηρία, κάποιοι από αυτούς στερήθηκαν το χάρισμα του λόγου. Στο βιβλίο δίνω το λόγο, τους λέω τώρα είναι η σειρά σας. Ακούμε ένα αυτιστικό παιδί, έναν νεαρό που μοιράζει φυλλάδια, έναν διαζευγμένο που προσπαθεί να δει το παιδί του… Ανθρώπους που είναι καταδικασμένοι στη σιωπή της καθημερινότητας.

Σε όλα σας τα κείμενα είναι πολύ έντονος ο προβληματισμός για την κρίση, για το προσφυγικό και για τα κακώς κείμενα της σύγχρονης Ελλάδας. Τι θέλετε να εκφράσετε μέσω του βιβλίου σας;
Το βιβλίο το έγραψα την τελευταία πενταετία, τον καιρό της κρίσης. Δεν ήθελα να γράψω για την κρίση, ούτε για την Ελλάδα, ωστόσο όλοι οι ήρωες απέκτησαν μια "ανυπόφορη Ελληνικότητα" μια υπηκοότητα δύσκολη και αδυσώπητη την οποία προσπαθούν να απεκδυθούν. Ο κάθε ήρωας κατηγορεί και απολογείται ταυτόχρονα. Αυτό ίσως είναι κάτι που επεδίωξα, να καταδείξω πως στις εποχές κλονισμού όλοι είμαστε θύτες και θύματα την ίδια στιγμή.

Το βιβλίο σας είναι σκληρό, με την έννοια ότι οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με πολύ δύσκολες καταστάσεις. Κρύβει αυτό μια απαισιοδοξία από πλευράς σας για όσα άσχημα συμβαίνουν γύρω μας ή όχι;
Όταν με πιάνει στεναχώρια και απελπισία διαβάζω έναν μονόλογο της "Γοργόνας" και ανακουφίζομαι. Για μένα τούτο το βιβλίο κουβαλάει μια δακρυσμένη ελπίδα, το χρησιμοποιώ ως αναγνωστικό αποκούμπι. Η κρίση όλα τα έχει κάνει ανεξήγητα και αβέβαια. Δεν ξέρω πού θα πάει όλο αυτό, ωστόσο δε με φοβίζει. Με θλίβει, αλλά δε με φοβίζει.

Το θέατρο στην Ελλάδα του 2017: τι ζητάνε οι θεατές; Ποια έργα βρίσκουν ανταπόκριση; Ποια θέση ελπίζετε να λάβει και το δικό σας έργο;

Οι θεατές ζητάνε λύτρωση. Ζητάνε καταφύγια και εκδικήσεις και το θέατρο μπορεί να τους τα προσφέρει. Ωστόσο το σύγχρονο ελληνικό έργο δεν έχει βρει ακόμα εύκολες διεξόδους προς το κοινό. Είναι επείγουσα ανάγκη να δοθεί βήμα στους θεατρικούς συγγραφείς που ζούνε δίπλα μας, είναι ανάγκη και οι κρατικές, αλλά και οι ελεύθερες σκηνές να γίνουν πιο τολμηρές, να απεγκλωβιστούν από την πεπατημένη. Μας το χρωστάνε.

Ετοιμάζετε κάτι άλλο αυτόν τον καιρό; Πού θα σας συναντήσουμε λογοτεχνικά στο άμεσο μέλλον;
Έχω ολοκληρώσει έναν τόμο διηγημάτων και μονολόγων, τον οποίο θέλω να κρατήσω λίγο ακόμα στο συρτάρι… Πρόσφατα ο μονόλογος μου "Φυλλάδια αντί Στεφάνων" διακρίθηκε στα κρατικά βραβεία συγγραφής θεατρικού έργου. Αναφέρεται στον καθημερινό Γολγοθά ενός νέου που μοιράζει φυλλάδια στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Το κείμενο θα το συναντήσετε στις σελίδες της "Γοργόνας", ευελπιστώ σύντομα να βρει το δρόμο του προς τη σκηνή.




Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Συνέντευξη στο δημοσιογράφο Νίκο Μόσχοβο και στον «Τυπολόγο»


Η οικονομική κρίση διέλυσε κυριολεκτικά την ελληνική οικογένεια ή την «έδεσε» περισσότερο;
Ξέρεις, πια τα ζευγάρια δεν έχουν λεφτά ούτε για να χωρίσουν, ούτε για να παντρευτούν. Όλα στο περίπου. Περίπου παντρεμένοι, περίπου χωρισμένοι, περίπου αγαπημένοι. Μια νύστα ρε παιδί μου. Λες και απλώθηκε ένα απέραντο χασμουρητό στον τρόπο που αγαπιόμαστε.

Ποια αληθινά περιστατικά αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης για το έργο «Μην Κλαις Ρε Γοργόνα»;
Γράφω στη “γοργόνα” για ένα νέο που μοιράζει φυλλάδια, και έναν καπεταναίο που μοιράζει προσφυγόπουλα. Εγώ μια ζωή δάσκαλος ήμουν, ούτε ντελιβεράς, ούτε καμαρότος ούτε πλοίαρχος. Όμως ξέρεις, μες την κρίση νιώθεις μια υποχρέωση να γράψεις για τον άλλο. Όταν βλέπω ένα ντελιβερά ντρέπομαι να τον κοιτάξω στα μάτια. Κοιτάω τα χέρια του, τις σακούλες που βαστάει. Ε... είναι η γοργόνα η δική μου απολογία στον ντελιβερά, τον “άγνωστο” ντελιβερά.

«Σε κάθε κρίση τα θέματα είναι πολύ πιο περίπλοκα απ’ ό,τι αφήνουν στο κοινό να μάθει», έχει πει ο Βρετανός συγγραφέας John Le Carré. Και αν το κοινό δε θέλει πραγματικά να μάθει;

Δε με νοιάζει τι θα μάθει το κοινό. Δεν μπορώ να εξηγήσω ή να διδάξω το παραμικρό, νιώθω πραγματικά “αδιάβαστος”. Θέλω όμως ρε παιδί μου αυτό... το κοινό δάκρυ. Έτσι, εκεί, στην πλατεία του θεάτρου θέλω για μια στιγμή ν’ ακούσω το δάκρυ τους μαζί με το δικό μου. Πολλά ζητάω, το ξέρω.

Η Γοργόνα είναι μυθικό πρόσωπο, που συμβολίζει πολλά πράγματα. Για το συγγραφέα Παναγιώτη Γκούβερη τι σημαίνει η δική του, γοργόνα;
Όταν κοιμάμαι, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος λέω “πού θα μου πας ρε γοργόνα, σήμερα θα σ’ ονειρευτώ!”. Έχω δυο χρόνια που την έγραψα, όμως ακόμα να την ονειρευτώ. Το άπιαστο όνειρο λοιπόν. Τούτο που μάλλον δεν υπάρχει και μάλλον είμαστε ανάξιοι να το ονειρευτούμε. Αυτό είναι η γοργόνα στη δικιά μου τη ζωή.

«Όταν γράφεις για ανθρώπους, που μοιράζουν φυλλάδια, για γοργόνες με πληγωμένες ουρές και για μουλιασμένα κόκκινα παιδικά μπουφάν τα δάχτυλά σου, ντρέπονται, μουδιάζουν». Τις πληγές αυτών των παιδιών ποιος, άραγε, θα ανακουφίσει;
Εμείς, εδώ και τώρα! Ο καθένας μας με τα δικά του χέρια, τα δικά του δάχτυλα το δικό του πορτοφόλι και την δική του καρδιά. Ότι μπορεί ο καθένας. Ας δώσουμε έναν δυο χτύπους από την καρδιά μας ο καθένας. Δε θα πάθουμε και τίποτα.

Ζείτε στις Σέρρες. Πως βιώσατε ο ίδιος αυτή την οικονομική κρίση μέσα στην κοινωνία μιας επαρχιακής πόλης;

Εγώ πια όταν βγαίνω απ’ το σπίτι, βάζω δυο ευρώ στην τσέπη και νιώθω εντάξει. Παλιά είχα ανάγκη το εικοσαευρώ μου. Τώρα κέρματα, μονάχα κέρματα. Σαν κουδουνίστρα ένα πράμα.

«Οδηγούμεθα σε μια κατάσταση Νοτίου Αμερικής. Ευτυχώς: ήλιος, μπανάνες, σάμπα και μαράκες» , αυτοσαρκάζει ο Ιταλός Francesco Tullio Altan από τη δεκαετία του 1980 ακόμα. Άραγε, το χιούμορ μπορεί να είναι και προφητικό;
Είναι χρησμός το χιούμορ, μαντεψιά. Ίσως η κωμωδία του σήμερα μας δείχνει την τραγωδία του αύριο. Ίσως.

Συμφωνείτε με την άποψη ότι με ένα χιουμοριστικό κείμενο μπορεί να μιλήσει κανείς για τα πιο τραγικά πράγματα, γιατί το κοινό δε θα άντεχε αλλιώς να τα βιώσει;
Όταν έγραφα τη γοργόνα δάκρυζα. Πληκτρολογούσα και δάκρυζα. Μετά, όταν τη διάβαζα γελούσα, υπήρχαν στιγμές που γελούσα με την καρδιά μου. Ξέρεις περιμένω στην πρεμιέρα να δω ποιος θα γελάει και ποιος θα δακρύζει με την ίδια ατάκα. Τώρα για να έρθω στην ερώτησή σου Νίκο... το κοινό αντέχει, αντέχει και περιμένει από σένα. Το θέμα είναι ν’ αντέχουν και τα δάχτυλά σου να γράψουν. Πότε, πότε μουδιάζουν, ντρέπονται κι αυτά.

Η ζωή είναι η πιο μεγάλη σκηνή με τους ίδιους τους ανθρώπους πρωταγωνιστές. Στο Αιγαίο χάθηκαν τόσες παιδικές ψυχές. Όταν γράφατε, θα πρέπει να υπήρξε στιγμή, που να αισθανθήκατε τόσο πολύ πόνο. Πόση δύναμη θα έχει κανείς να γράψει, όταν δακρύζει;

Το δύσκολο είναι να γράφεις στεγνός. Δίχως χαρτομάντηλο και δάκρυα. Άμα δακρύζω ξέρω πως κάτι καλό γίνεται. Όμως ντρέπομαι. Λέω … “εσύ γράφεις και ο άλλος διψά, πεινά, πνίγεται”. Τι να σου κάνουν και οι λέξεις... τι να σου κάνουν και τα δωρεάν τα δάκρυα...

Ποια φράση του έργου νομίζετε πως αφήνει την ελπίδα να ανθίσει ξανά;
Ο τίτλος φυσικά, με ένα δυο θαυμαστικά παραπάνω “Μην κλαις, ρε Γοργόνα!!!”

Πως θα βλέπατε την ιδέα να ανεβεί το έργο αυτό κάποτε σε μια φυσική παραλία του Αιγαίου;
Ξέρεις, εγώ για το Αιγαίο ήδη έχω πει τη γνώμη μου στο βιβλίο. Όλο μπετόν! Να ρίξουμε σ’ όλο το πέλαγος μπετόν, να πάψουν οι πνιγμοί. Να το περπατάμε ρε γαμώτο το Αιγαίο, να μην το κολυμπάμε. Βαρέθηκα τις πολλές ακρογιαλιές. Αρκετή ηλιοθεραπεία έκανε τούτη η χώρα. Θα προτιμούσα λοιπόν η “γοργόνα” να παιχτεί σ’ ένα πεζοδρόμιο ή σε κάνα πανηγύρι, τίποτα τέτοια μ’ αρέσουν.

Γιατί επιλέξατε να επικεντρωθείτε στους διανεμητές φυλλαδίων κι όχι στους ανθρώπους, που σκαλίζουν τα σκουπίδια;
Εντάξει θα το πω αν και δεν ήθελα. Μένω σε μια πολυκατοικία παλιά, στον ημιώροφο μένω. Η ταράτσα βλέπει στο γήπεδο του Πανσερραϊκού. Τις Κυριακές βλέπουμε τζάμπα ποδόσφαιρο απ’ τα ψηλά. Πότε πότε έρχονταν και τίποτα φυλλάδιοι, διανεμητές να ξεκουραστούν κάνα μισάωρο να δουν λίγο μπαλίτσα. Ήθελαν το δικαίωμα τους στην ταράτσα. Όμως εμείς την κλειδώσαμε. Κλειδώσαμε την ταράτσα, τη θέλαμε μόνο δικιά μας! Τέτοιοι είμαστε ώρες ώρες. Δεν αντέχουμε ο διανεμητής να βλέπει στην ταράτσα μας ποδόσφαιρο. Τέτοιοι είμαστε, τέτοια έγραψα και γω.

Το πρόσωπο του Ψαρά τι συμβολίζει κατά εσάς στη σύγχρονη Ελληνική κοινωνία;
Ο ψαράς είμαι εγώ και συ και όλοι μας. Ζούμε με την ελπίδα της τσιπούρας, αλλά τα δίχτυα μας είναι γεμάτα σαρδέλες.

Σας δίνω τρεις λέξεις: Γέλιο, δράμα, ζωή απαντήστε αντίστοιχα με τρεις φράσεις των τριών προσώπων του έργου.
Κάτσε να θυμηθώ...
Γέλιο: Παστουρμάς έγινε ο Βουκεφάλας ρε Γοργόνα! 25 Ευρώ το κιλό ο Βουκεφάλας σου!
Δάκρυ: 2,90 την ώρα παίρνω. Πόσες ώρες πρέπει να ζήσω για να πλουτίσω ρε γαμώτο!
Ζωή: Όλο μπετόν ρε Γοργόνα! Και γω να ήμουν σταθμάρχης, σε κάποιο Αιγαιοπελαγίτικο σιδηροδρομικό σταθμό. 


Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Ευθύμιος Ιωαννίδης για την παράσταση "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"

Ξεχωριστή το δίχως άλλο θα χαρακτήριζα την παράσταση "Μην κλαις ρε γοργόνα" σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Κωνσταντινίδη! Η παράσταση αποτελεί ουσιαστικά θεατρική μεταφορά δύο διηγημάτων του Παναγιώτη Γκούβερη από τη συλλογή των διηγημάτων του τα οποία φέρουν τον ομώνυμο τίτλο! Ο Δημήτρης ο οποίος επιμελήθηκε τη δραματουργική επεξεργασία των διηγημάτων, είδε σε αυτά τη μιζέρια, την εξαθλίωση, την καταφυγή στη στείρα ονειροπόληση και στην παραίσθηση που προσφέρει απλόχερα ο καπιταλισμός! Η σκηνοθετική προσέγγιση προσιδιάζει πλήρως στις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δοσμένες, ωστόσο, υπόρρητα και όχι απροκάλυπτα! Η σκηνοθετική αυτή επιλογή δεν έγινε δυστυχώς πλήρως κατανοητή με αποτέλεσμα το κοινό να εκδηλώσει αθέμιτες και αναγωγες εν γένει συμπεριφορές! Οι ερμηνείες των τριων ηθοποιών ήταν πειστικές και ενδιαφέρουσες, η μουσική επιλογή εξαίσια, τα σκηνικά μινιμαλιστικά, αλλά εύστοχα και οι φωτισμοί επέτειναν τη σκηνοθετική επιλογή να δώσει ένα υποβλητικό ζοφερό κλίμα. Τα μηνύματα του έργου είναι σπουδαία και επίκαιρα. Πρόκειται εν ολίγοις για μια παράσταση όχι εύκολη, όχι τόσο ευνόητη, εγγεγραμμένη ωστόσο στο αδιαμφισβήτητα τολμηρό σκηνοθετικό όραμα.

(Δημοσίευση Facebook 5.11.2019)


επικοινωνία


Παναγιώτης Γκούβερης


panagiotisgkouveris@gmail.com


τηλέφωνο 
6973410202

διεύθυνση
Ραιδεστού 36 
ΤΚ. 62100
Σέρρες


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Η Χλόη Κουτσουμπέλη για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"

Διαβάζοντας ξανά το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ ΡΕ ΓΟΡΓΟΝΑ! εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017 σκεφτόμουν πως με το ανατρεπτικό χιούμορ μπορεί να ειπωθούν τα πιο φριχτά πράγματα που αλλιώς θα ακούγονταν μελό και κοινότοπα, ενώ έτσι η στιλπνότητα της αιχμής τους σε διαπερνά ως το κόκκαλο. Συγκεκριμένα στις σελίδες 11-12
"Εσύ Γοργόνα; Πώς περνάς εσύ; Πότε θα κάνεις την ζωή σου; Πότε θα βγάλεις πόδια; Δεν βαρέθηκες να μυρίζεις ψαρίλα;
....
Κακά τα ψέματα, στις μέρες μας είτε είσαι γοργόνα, είτε Κένταυρος είτε ταυροκαθάψιο, δεν έχεις μέλλον.
......
Γέμισε το Αιγαίο σκισμένα φουσκωτά, ρε Γοργόνα. Εκεί στον βυθό δεν ακούς τίποτα κλάματα; Τίποτα μαντήλια και μακριά φουστάνια, φουστανάκια; Αυτά δεν τα βλέπεις; Μόνο για τον Αλέξανδρο, ρε γοργόνα; Για τους άλλους; Για τον Αιλάν, για την Αντίλ, για τον Σαούλ, τίποτα, ρε Γοργόνα; Εκεί...κολλημένη στον Αλέξανδρο;
Μίκρυνε ο κόσμος, Γοργόνα. Μίκρυναν οι νεκροί μας. Τριών, τεσσάρων, πέντε χρόνων παιδιά, αυτά πνίγονται τώρα. Πάει η μόδα με τους πνιγμένους ναυτικούς σου. Τώρα είναι η εποχή των πνιγμένων προσφυγόπουλων. Είσαι ντεμοντέ, Γοργόνα. Η ουρά σου είναι πια ρετρό. Κανείς δεν σε φοβάται. Ούτε εσένα ούτε τον αδελφό σου.
Ξέρεις τι τον κάνανε τον Βουκεφάλα; Δεν ήθελα να σ΄το πω. Παστουρμάς ρε Γοργόνα έγινε ο Βουκεφάλας..."

(Δημοσίευση facebook 17.9.2019)


Η Κούλα Αδαλόγλου για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"

Με όπλο τη γλώσσα. Μια γραφή κοφτή και κοφτερή.
Ακόμα κι όταν είναι «πλαστελίνη που δακρύζει».
Οι πληροφορίες δίνονται και αναιρούνται. Για να μεταβληθούν και να ανασκευαστούν στη συνέχεια. Έτσι συμπληρώνεται ένα μωσαϊκό, που, ακόμα μια όταν τελειώσει η αφήγηση, κάποιες ψηφίδες λείπουν. Για να τις συμπληρώσει ο αναγνώστης.
Λόγος εσωτερικού μονολόγου, παραληρηματικός κάποτε. Οι αφηγητές αδειάζουν την ψυχή τους. Με τρόπο λιτό και αστόλιστο, ο οποίος αναδεικνύει σύγχρονα προβλήματα χωρίς κραυγές και στόμφο, εντούτοις με ένα ουσιαστικό και βαθύ κοίταγμα.
Αφηγήσεις που αποτελούν ταυτόχρονα και θεατρικούς μονολόγους.
Η μοναξιά και οι απώλειες. Η στυφή γεύση της ζωής. Η απελπισία.
Μέσα από μια προσωπική, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γραφή.
Ένα μικρό απόσπασμα, χαρακτηριστικό όμως για το ύφος του βιβλίου:
«Άννα, κοιμήσου, καλή μου, κουρασμένη είσαι».
Κοιμάμαι, μπαμπά. Εσύ, όμως, ξύπνα. Ξύπνα, σε παρακαλώ. Έλα να μου πεις τα κάλαντα μια φορά που δεν θα σε περιμένει η μαμά. Μια φορά που θα ’ναι περασμένα Χριστούγεννα. Έτσι, στα ξαφνικά, καμιά βράδυ Παρασκευή. Κάλαντα καλοκαιρινά, μπαμπά, κάλαντα ανοιξιάτικα, κάλαντα τα δικά μου. Να δεις, μπαμπά, τι θα σε φιλέψει η μαμά. Εμένα θα σε φιλέψει, μια κόρη κερασμένη. Και θα με πάρεις αγκαλιά. Γιατί θα είμαι λίγο σπασμένη.
Μπαμπά, θέλεις να γίνεις ο μπαμπάς μου;
«Γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη», σ. 72

(Δημοσίευση Facebook, 15.10.2018)


Η Χαρά Νικολακοπούλου για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"

Ανατρεπτικός, πληθωρικός, χειμαρρώδης, ο Παναγιώτης Γκούβερης στα 7 αφηγήματα –θεατρικά κείμενα ουσιαστικά- του Μην κλαις, ρε Γοργόνα! βγάζει τη γλώσσα στην καθημερινή μας μιζέρια, στον μικροαστισμό μας, στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, μέσα από τους παραληρηματικούς σπαρακτικούς μονολόγους του, που ρέουν αβίαστα και σε παρασύρουν ορμητικά στη δίνη τους. Στρέφει τον φακό της γραφίδας του στους ταπεινούς και καταφρονεμένους Φυλλάδιους των πόλεων, στα παιδάκια της Γάζας, σε καθηλωμένες στο ένδοξο, βαλσαμωμένο παρελθόν τους Γοργόνες, σε ταλαίπωρους Μεγαλέξανδρους, σε μια πόλη δαγκωμένη, σε μια κόρη σπασμένη, σε ένα λοξό παιδί. Στον ατελείωτο πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Πραγματικά απολαυστικό.

(23.9.2018, facebook)