Kαμιά φορά, φοβόμαστε να ρωτήσουμε τ' απλά.
ερώτηση 1η
Αφού το
γέννησες, τι το σκότωσες; Αυτό θα ρωτούσα, πρώτα αυτό.
Μπορεί να την
κοιτούσα στα μάτια, μπορεί και στα χέρια.
Άμα σκοτώσεις το παιδί, αυτό κοιτάνε πρώτα: Με
ποιό χέρι γράφεις.
Σε μαρτυρά η
λαβή. Σου λένε «το πιασε απο δω, το σβούρντηξε απο κει, το ξέγραψε.»
Καλέ, με ποιό
χέρι σφουγγάριζες;
ερώτηση 2η
Γιατί έτσι;
Πώς σου' ρθε;
Αχρείαστα
χάπια, βρώμικες σύριγγες, ένα σωρό χειρουργεία για το τίποτα…
Πόσο ν'
αντέξει ένα παιδί. Πόσο ν' αντέξει το παιδί σου;
Τα παιδιά δεν
ξέρουν ν' αρρωσταίνουν. Εμείς τους μαθαίνουμε.
Εμείς τους
λέμε «τώρα έχεις πυρετό, τώρα πονάς, τώρα τα λαιμά σου πρήστηκαν».
Εμείς τους
λέμε. Κι όταν τους λέμε ψέματα…
Το κρίμα στα
λαιμά μας.
Καλέ, σ
'αρέσει ν' αρρωσταίνεις το παιδί σου;
ερώτηση 3η
Δε βαρέθηκες;
Ένα, δύο, τρία… όλα τα σκότωσες. Όλα τα
σβάρνισες.
Δε βαρέθηκες;
Δεν είπες: «Στάκα,
βάστα μωρή!»
Δεν είπες «Υπάρχει
κι αλλού ζωή, κι αλλού θάνατος»
Δεν έπνιγες
κάνα γατί καλύτερα.
Σε νοώ. Σου
δίνω δίκιο:
Τα παιδιά
είναι πιο εύκολα, πιο κοντινά.: Δε γρατζουνούν, δε γραπώνουν.
Νομίζουν.
Νομίζουν πως. Νομίζουν πως ποτέ. Νομίζουν πως ποτέ εσύ.
Πόσο μακριά να
πάει ένα παιδί που μπουσουλάει; Ειδικά
αν έχεις σφουγγαρίσει.
Καλέ, πρόσεξε
μη γλιστρήσεις!
Δε γλίστρησες.
Μονάχα ξεγλιστράς.
Ερώτηση 4η
Και τώρα τι;
Όταν όλα θα ‘χουν
λιώσει και συ θα είσαι λεύτερη και ξεχασμένη, τότε τι;
Ξανά; Τότε ξανά;
Και πώς και
πού και πόσα;
Σου ‘γινε ο
θάνατος συνήθεια παλιά, σφουγγάρισμα.
Προσεύχομαι να
μείνεις στείρα, αδειανή.
Καλέ, ποτέ σου
δε γερνάς εσύ;
Ερώτηση 5η:
Μάντεψε. Πώς
σε λένε; Δε σε λένε Μήδεια.
Σε λένε
Μινχάουζεν. Μινχάουζεν by proxy.
Δε σε λένε
Μήδεια. Δεν ξέρεις να ουρλιάζεις. Ξέρεις μονάχα να χασκογελάς. Munchausen by proxy. Κι ας είσαι ξενικιά. Δικό μας πράμα.
Μια Μήδεια απ'
τα Lidl.