Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Τόσο όμορφοι άνθρωποι, σε τόσο άσχημη πόλη!

Αν δεν είχε τόσο νόστιμες μπουγάτσες σίγουρα θα την κοπανούσα από δω. Άλλωστε δε με λες Σερραίο. Αλλού γεννήθηκα, αλλού ερωτεύτηκα, αλλού μεγάλωσα. Θα φευγα. Τις Σέρρες δεν τις αγαπώ. Ποτέ δεν της αγάπησα. Λίγοι σινεμάδες (ένας…), λίγη θάλασσα (καθόλου), και ένα σωρό ψηλότεροι άνθρωποι. Ναι, στις Σέρρες νιώθω κοντός. Όταν πάω προς τη Λάρισα νιώθω κανονικός και μόλις φτάσω Καλαμάτα ψηλώνω. Με τα κιλά ακριβώς το αντίθετο. Στην Καλαμάτα παχύσαρκος, στη Λάρισα υπέρβαρος, στις Σέρρες απλά αφράτος.  Μη με ρωτάτε από πού είμαι, δεν θα το μαρτυρήσω. Δε θα σας πω πού ψηφίζω.
Όταν πάτησα το πόδι μου  στην πόλη σας, αναστέναξα. Τόσο όμορφοι άνθρωποι σε τόσο άσχημη πόλη! Αλήθεια λέω. Αν βάλουμε στη σειρά μια Σερραία, μια Θεσσαλονικιά και μια Κεφαλονίτισσα είναι πολύ εύκολο να καταλάβεις τη Σερραία: Η πιο όμορφη! Τόσο απλά.  Αναρωτιόμουν. Έλεγα ίσως είναι το νερό, ίσως είναι οι μπουγάτσες… ήπια ένα σωρό λίτρα, έφαγα ένα σωρό μπουγάτσες (κυρίως κρέμα), αλλά δεν κατάφερα να ομορφύνω. Παραμένω μη Σερραίος.
Καλοί μου Σερραίοι, έτσι όπως έχετε ομορφύνει τον κόσμο όλο, έτσι όπως στολίζεστε λαμποκοπάτε και μοσχοβολάτε…  έτσι -έστω λιγάκι- σουλουπώστε και την πόλη σας. Βαρέθηκα να μην την αγαπώ. Βαρέθηκα να σκοντάφτω σε μικρές λακκούβες και μεγάλα όνειρα. Ναι, ναι… εγώ ξέρετε δεν έχω αυτοκίνητο. Λίγα ζευγάρια παπούτσια και ένα παλιοποδήλατο έχω. Με ενοχλούν οι λακκούβες. Τραντάζουν την καρδιά μου.
Που και που κλείνω τα μάτια μου. Εκεί που περπατάω. Μια στιγμή, δυο στιγμές, κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι. Φαντάζομαι ένα παραπάνω σινεμά, καμιά πινακοθήκη, φαντάζομαι λίγα παραπάνω ποδήλατα, έχω φανταστεί ακόμα και ένα βαγόνι του μετρό στο κέντρο των Σερρών. Αλήθεια λέω. Πιο πολύ όμως μ' αρέσει να φαντάζομαι άσχημους Σερραίους και Σερραίες. Για κάποιο λόγο πιστεύω πως όσο παραμένετε όμορφοι η πόλη σας θα αντιστέκεται. Ίσως είναι μια κατάρα. Ποιός ξέρει... Σας παρακαλώ. Αν είναι εύκολο, όταν ξυπνάτε, φροντίστε να είστε λίγο περισσότερο ατημέλητοι. Έτσι, σαν μια παρηγοριά. Για την πόλη σας ρε γαμώτο.
Καμιά φορά, σκέφτομαι πως οι λακκούβες για μια πόλη είναι σαν τα σπυράκια που έχουμε εμείς οι άνθρωποι. Πρέπει να τελειώσει η εφηβεία και φεύγουν. Αυτό είναι. Οι Σέρρες περνάν ακόμα την εφηβεία τους, και μας έχουν αλλάξει την πίστη. Μια θυμωμένη πεισματάρα πόλη.
Καλή μου πόλη, θέλω να σε δω να χαμογελάς. Φτάνει με τις ομίχλες και τις απρόσμενες βροχές σου. Αφού το ξέρεις, όση βροχή και να ρίξεις δεν πρόκειται να χαλάσεις το μακιγιάζ μας. Κάνε λίγο υπομονή. Όταν γίνεις πια ολόκληρη κοπέλα, σου υπόσχομαι να φυτεύω κάθε μέρα ένα λουλούδι. Κι ας έχω αλλεργία. Κι ας μην είμαι Σερραίος. Ξέρω... τις περισσότερες πόλεις τις νιώθουμε σαν μητέρες μας. Εγώ όμως σε νιώθω σαν κόρη μου. Έτσι σε νιώθω. Θέλω να σε δω να μεγαλώνεις και να ομορφαίνεις. Ξέρω ξέρω... πέρασες πολλά στην παιδική σου ηλικία: κάηκες, σβήστικες, χωρίστηκες, πατήθηκες, είσαι λιγάκι μπερδεμένη. Να σου πω ένα μυστικό... Είσαι η πιο όμορφη πόλη της Ελλάδας. Όλες οι άλλες απλώς έχουν καλύτερο κομμωτή και στουπώνονται στο μακιγιάζ. Ας είναι… Μείνε με τις λακκούβες σου. Σ' αγαπώ. Από σήμερα σ' αγαπώ, κι ας σκοντάφτω.

(πρώτη δημοσίευση περιοδικό Ser-Free#52 )

Karen Obuhanych, Sand and Serf 

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Τατουάζ Τριανταφυλλί

Ένα ρώσικο θα σου πάρω μαντήλι 
σαν αυτό που φοράνε οι μπάμπουσκες 
να λουλουδιάσουν οι ώμοι σου,
να στολίσεις τα στήθη σου
-συγγνώμη, το στήθος σου ήθελα να πω.
Μην κλαις.
Ξέρω πως εκεί που συνήθως έχουμε την καρδιά
τώρα εσύ έχεις ένα κοτσύφι.
Και δεν είναι
ρόζος σ΄ερωτευμένη παλάμη
ή σουβλερό άγανο σ' αλογίσια χαίτη
να το κόψεις, σκλήθρο να το πετάξεις πέρα.
Μην κλαις.
Όχι, μη λες με σφαγμένο το στήθος
γοργόνα πώς γίνεται.
Απέναντι κοίτα, γυναίκες
με δικά σου και δικά τους μωρά αγκαλιά
μ΄ όλα σου τα χαρούμενα ονόματα
σε φωνάζουν.
Με τατουάζ τριανταφυλλί θα στολίσεις
το στέρνο σου
και θα στρέψεις απαλά το δοιάκι.
Μην κλαις, ρε γοργόνα.



(Ποίημα της Δήμητρας Κουβάτα, γραμμένο τον Μάρτιο του 2019)

http://www.biblionet.gr/book



R.C.Gorman

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Είναι πολύ δύσκολο να χωρέσεις σε μια κονσέρβα.

Στην Ιταλία, όταν γουργουρίζουν τα στομάχια τους δεν ανοίγουν κονσέρβες με ζαμπόν. 
Στην Ιταλία, οι κονσέρβες είναι γεμάτες άλογα. 

Στη Ρώμη, στο Παλέρμο, στη Σικελία, είναι πολύ πιθανόν να δαγκώσεις το πόδι ή το αυτί κάποιου αλόγου.
Είναι πολύ δύσκολο να χωρέσεις σε μια κονσέρβα. 
Όμως το πιο δύσκολο είναι να περιτριγυρίζεσαι από λάδι. 
Τι να στα λέω. 
Τι να στα λέω.



Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Επτά θεατρικοί μονόλογοι

Ο Θεοχαρης Παπδόπουλος για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"


Τις περισσότερες φορές, που διαβάζουμε ένα θεατρικό έργο, που μας αρέσει, νιώθουμε την ανάγκη να το δούμε να ανεβαίνει σε κάποιο θέατρο, έτσι ώστε να μπορέσουμε να το απολαύσουμε πραγματικά. Συνήθως, η απλή ανάγνωση δεν αρκεί. Αυτό συμβαίνει γιατί ο θεατρικός συγγραφέας, όταν γράφει το έργο, έχει στο νου του, την παράσταση, που θα μπορούσε να ανέβει με βάση το έργο.
Υπάρχει, όμως, ένα υβριδικό είδος θεάτρου, που είναι το αφηγηματικό θέατρο. Ένα είδος μεταξύ πρόζας και θεάτρου, που φλερτάροντας και με τα δύο είδη, καταφέρνει να δώσει έργα, όπου ο αναγνώστης και ο θεατής μπορούν να τα απολαύσουν εξίσου.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη: «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Πρόκειται για εφτά θεατρικούς μονόλογους, που είναι τόσο καλά δομημένοι, έτσι ώστε αν δεν υπήρχαν κάποιες σκηνοθετικές οδηγίες, θα νομίζαμε ότι διαβάζαμε διηγήματα. Ο συγγραφέας καταφέρνει να συνδυάσει την πρόζα με το θέατρο με πρωτότυπο ύφος γραφής. Ο Παναγιώτης Γκούβερης γίνεται φίλος με τον αναγνώστη ή τον θεατή και του ανοίγει την καρδιά του. Του μιλάει για όλα τα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα. Τα λόγια φεύγουν από μέσα του σαν χείμαρρος. Ο συγγραφέας ξεσπάει και λέει πολλά χωρίς, όμως, να φλυαρεί. Δεν μιλάει ακατάσχετα, αλλά μιλάει για όλους και για όλα. Με γλώσσα λιτή, σύγχρονη και κατανοητή καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ή του θεατή ως το τέλος.
Οι εφτά μονόλογοι περιλαμβάνουν διάφορα κοινωνικά θέματα, που μας απασχολούν σήμερα. Τα παιδιά, που πνίγονται στο Αιγαίο, ο νεαρός, που μοιράζει φυλλάδια και επιλέγει τον τρόπο αυτοκτονίας του, ένα κορίτσι χωρισμένων γονιών και ένας δάσκαλος, που δεν έχει όρεξη να διδάξει είναι τα πιο ενδιαφέροντα θέματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα υστερούν.
Σε αρκετά σημεία του βιβλίου υπάρχει μια ειρωνεία, που αλλού είναι λεπτή και αλλού τραγική. Η σάτιρα και το χιούμορ υπάρχουν σχεδόν σε όλους τους μονόλογους παρά τη μελαγχολική διάθεση και η γεύση, που μένει στο τέλος είναι γλυκόπικρη. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή περιγραφής ενός ποδοσφαιρικού στιγμιότυπου, όπου οι ποδοσφαιριστές είναι σαμπουάν: «Σασούν… Σασούν με την μπάλα… Δίνει στον Παντέν… Παντέν περνάει στον Μοτέι… Μοτέι Τιμοτέι και γκολ!»
Συμπερασματικά, το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον έργο, που αναδεικνύει τις αρετές του αφηγηματικού θεάτρου. Οφείλουμε να συγχαρούμε τον συγγραφέα και περιμένουμε τα καινούργια έργα του.

Πρώτη Δημοσίευση: fractal

Fernando Botero, Venum, 1996.




Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο μεταμοντερνισμός μέσα από τα διηγήματα του Παναγιώτη Γκούβερη


«Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι το τίτλος της συλλογής διηγημάτων του Παναγιώτη Γκούβερη από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Επτά διηγήματα στα οποία ο συγγραφέας σκηνοθετεί την αποσάθρωση, τη διανοητική και ηθική παράλυση της εποχής και των ανθρώπινων σχέσεων.
Στα διηγήματα παραβιάζεται η παραδοσιακή φόρμα. Η γραμμική τελεολογική και αιτιοκρατική πλοκή διαλύεται σε ανοικτές ελλειπτικές συχνά ασύνδετες σκηνές και σκέψεις. Η γραφή ρέει σαν σιντριβάνι. Οι ελλειπτικές προτάσεις συμφύρονται με αντιπροσωπευτικούς τόπους αστικού και οικογενειακού σκηνικού. Ένας διαρκής εσωτερικός μονόλογος που σκιαγραφεί την αλλοτρίωση, τον κατακερματισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Μέσα από την εκτεταμένη χρήση της μοντερνιστικής τεχνικής της ροής της συνείδησης, μέσα από χειμαρρώδεις μονολόγους σε πρώτο πρόσωπο, παρακολουθούμε τους ήρωες να αναπαράγουν ερωτικές επιθυμίες, πάθη, τραύματα. Τα όρια του πεζού λόγου δοκιμάζονται με μια διακειμενικότητα που συνομιλεί με το θέατρο, βρίθει από λογοπαίγνια και ανάμειξη στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικά είδη, το εξπρεσιονιστικό, το υπερρεαλιστικό, το παράλογο. Μια μετανεωτερική (postmodern) κατάσταση όπου καταλύεται η συνοχή του υποκειμένου, κάθε αξία σχετικοποιείται με την ασυνέχεια του χρόνου, τις συνειρμικές αφηγήσεις στις οποίες κυριαρχούν η ενδοσκοπική τεχνική και η ρέουσα εμπειρία της συνείδησης.
Οι χαρακτήρες διαγράφονται ατελώς. Ο φακός στρέφεται προς το εσωτερικό, τα αντιφατικά συναισθήματα, τις φευγαλέες σκέψεις, τις αποσπασματικές εντυπώσεις καθημερινών ανθρώπων που πένονται, ταλανίζονται από την ανεργία, τον αυτισμό, το διαζύγιο. Ο λόγος είναι άμεσος, καθημερινός, κοφτός, με επαναλήψεις, συγκινησιακή φόρτιση, θεατρική δομή και σκηνοθεσία έκδηλη.
Ο σκηνικός χώρος λιτός. Η φύση απούσα. Η δράση αναμετριέται διαρκώς με τη στασιμότητα, τη μνήμη. Το παρελθόν διαμορφώνει το παρόν μέσω της μνήμης. Ενδεικτικές στιγμές της ζωής των ηρώων και το άμορφο νεωτερικό παρόν με τους υπόγειους συμβολισμούς που μεταπηδούν από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό, τον οποίο περιγράφουν με τρόπο αφαιρετικό. Αποσπασματικοί διάλογοι, αστικό τοπίο, μουντά χρώματα, αποξενωμένα πρόσωπα. Οι συμβάσεις της πλοκής καταργούνται και ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη μεταμοντέρνα αισθητική που εμπνέεται από το θέατρο και άλλες μορφές τέχνης.
Ο συγγραφέας φλερτάρει με τον εξπρεσιονισμό. Οι αφηγήσεις πλέκουν ένα  κλειστοφοβικό νήμα γύρω από τους ήρωες χωρίς να προσφέρουν λύση ή λύτρωση. Η ερμηνεία εκκρεμεί, ο μετεωρισμός των ηρώων είναι έντονος. Ο ασφυκτικός κλοιός που διαγράφεται γύρω από τα πρόσωπα, ο ακίνητος χρόνος, οι σχέσεις εξάρτησης και εξουσίας μέσα σε έναν κόσμο διάλυσης και άρνησης, η εξουσιαστική σχέση του πατέρα, η παιδική κακοποίηση, όλα παρουσιάζονται σαν θραύσματα ζωής. Οι ήρωες βρίσκονται σε αδυναμία επικοινωνίας, όργανα αποκαθήλωσης της δήθεν τάξης του δυτικού πολιτισμού. Η ζωή ένα ανέκδοτο με τον Τοτό.
Ο Παναγιώτης Γκούβερης, στη συλλογή διηγημάτων του «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!», μοιράζεται την απόγνωση του ανθρώπου που πηγάζει από την ένδεια της εμπιστοσύνης, την απουσία της αγάπης. Αναπαριστά  το  ρευστό κόσμο μας ορίζοντας το χρόνο μέσα από τη στιγμή. «Στιγμές άδειες, και τώρα και πάντα, να όμως που αθροίζονται, κι ο λογαριασμός κλείνει, η ιστορία τελειώνει», γράφει ο Σάμουελ Μπέκετ στο «Τέλος του παιχνιδιού». Η γλώσσα στα διηγήματα του Παναγιώτη Γκούβερη αποδομείται, όπως η λογική και τα ιδεολογήματα. Ο συγγραφέας μέσα στο διαθλασμένο γλωσσικό κάτοπτρο αναζητεί την ύπαρξη. Γι΄ αυτό και επικεντρώνεται στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, στα κρυμμένα και τα ανείπωτα.
Η συλλογή διακρίνεται για το πικρό χιούμορ της, τη λεπτή – πολλές φορές σουρρεάλ – σάτιρα που καίει το μικροαστό, τον τεχνοκράτη, τον καλοπερασμένο, το λαμπερό κόσμο της διαφήμισης, των παιχνιδιών, του πορνό. Ο φακός του σκηνοθέτη στρέφεται στον πένητα, τον άνεργο, τον άνθρωπο που εργάζεται περιστασιακά, που μοιράζει φυλλάδια στο δρόμο. Με τρυφερότητα για τα ανθρώπινα και το παιδί. Μια πρόζα καυστική, ένας σπαραχτικός θεατρικός μονόλογος.
Το έργο του Παναγιώτη Γκούβερη «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι καθρέφτης της κοινωνίας με τις παθογένειες. Η άμεση απεύθυνση του συγγραφέα στον αναγνώστη και το παιδικό δήθεν αφελές ύφος που πέφτει σαν κεραυνός στη συνείδηση δημιουργούν ένα περιβάλλον καθηλωτικό. Αναμφίβολα αξιανάγνωστη η συλλογή καθιερώνει το συγγραφέα στους ταλαντούχους του καιρού μας.

(κριτική της Λίλιας Τσουβά για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!")


Lucian Freud, Head of Ib. 1983

Αθώοι Σερραίοι

Στις Σέρρες έχουμε τις καλύτερες μπουγάτσες. Και τους καλύτερους δολοφόνους. Και τις καλύτερες ζωντανές συνδέσεις. Και τους πιο όμορφους νεκ...