Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Είναι πολύ δύσκολο να χωρέσεις σε μια κονσέρβα.

Στην Ιταλία, όταν γουργουρίζουν τα στομάχια τους δεν ανοίγουν κονσέρβες με ζαμπόν. 
Στην Ιταλία, οι κονσέρβες είναι γεμάτες άλογα. 

Στη Ρώμη, στο Παλέρμο, στη Σικελία, είναι πολύ πιθανόν να δαγκώσεις το πόδι ή το αυτί κάποιου αλόγου.
Είναι πολύ δύσκολο να χωρέσεις σε μια κονσέρβα. 
Όμως το πιο δύσκολο είναι να περιτριγυρίζεσαι από λάδι. 
Τι να στα λέω. 
Τι να στα λέω.



Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Επτά θεατρικοί μονόλογοι

Ο Θεοχαρης Παπδόπουλος για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"


Τις περισσότερες φορές, που διαβάζουμε ένα θεατρικό έργο, που μας αρέσει, νιώθουμε την ανάγκη να το δούμε να ανεβαίνει σε κάποιο θέατρο, έτσι ώστε να μπορέσουμε να το απολαύσουμε πραγματικά. Συνήθως, η απλή ανάγνωση δεν αρκεί. Αυτό συμβαίνει γιατί ο θεατρικός συγγραφέας, όταν γράφει το έργο, έχει στο νου του, την παράσταση, που θα μπορούσε να ανέβει με βάση το έργο.
Υπάρχει, όμως, ένα υβριδικό είδος θεάτρου, που είναι το αφηγηματικό θέατρο. Ένα είδος μεταξύ πρόζας και θεάτρου, που φλερτάροντας και με τα δύο είδη, καταφέρνει να δώσει έργα, όπου ο αναγνώστης και ο θεατής μπορούν να τα απολαύσουν εξίσου.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη: «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Πρόκειται για εφτά θεατρικούς μονόλογους, που είναι τόσο καλά δομημένοι, έτσι ώστε αν δεν υπήρχαν κάποιες σκηνοθετικές οδηγίες, θα νομίζαμε ότι διαβάζαμε διηγήματα. Ο συγγραφέας καταφέρνει να συνδυάσει την πρόζα με το θέατρο με πρωτότυπο ύφος γραφής. Ο Παναγιώτης Γκούβερης γίνεται φίλος με τον αναγνώστη ή τον θεατή και του ανοίγει την καρδιά του. Του μιλάει για όλα τα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα. Τα λόγια φεύγουν από μέσα του σαν χείμαρρος. Ο συγγραφέας ξεσπάει και λέει πολλά χωρίς, όμως, να φλυαρεί. Δεν μιλάει ακατάσχετα, αλλά μιλάει για όλους και για όλα. Με γλώσσα λιτή, σύγχρονη και κατανοητή καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ή του θεατή ως το τέλος.
Οι εφτά μονόλογοι περιλαμβάνουν διάφορα κοινωνικά θέματα, που μας απασχολούν σήμερα. Τα παιδιά, που πνίγονται στο Αιγαίο, ο νεαρός, που μοιράζει φυλλάδια και επιλέγει τον τρόπο αυτοκτονίας του, ένα κορίτσι χωρισμένων γονιών και ένας δάσκαλος, που δεν έχει όρεξη να διδάξει είναι τα πιο ενδιαφέροντα θέματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα υστερούν.
Σε αρκετά σημεία του βιβλίου υπάρχει μια ειρωνεία, που αλλού είναι λεπτή και αλλού τραγική. Η σάτιρα και το χιούμορ υπάρχουν σχεδόν σε όλους τους μονόλογους παρά τη μελαγχολική διάθεση και η γεύση, που μένει στο τέλος είναι γλυκόπικρη. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή περιγραφής ενός ποδοσφαιρικού στιγμιότυπου, όπου οι ποδοσφαιριστές είναι σαμπουάν: «Σασούν… Σασούν με την μπάλα… Δίνει στον Παντέν… Παντέν περνάει στον Μοτέι… Μοτέι Τιμοτέι και γκολ!»
Συμπερασματικά, το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον έργο, που αναδεικνύει τις αρετές του αφηγηματικού θεάτρου. Οφείλουμε να συγχαρούμε τον συγγραφέα και περιμένουμε τα καινούργια έργα του.

Πρώτη Δημοσίευση: fractal

Fernando Botero, Venum, 1996.




Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο μεταμοντερνισμός μέσα από τα διηγήματα του Παναγιώτη Γκούβερη


«Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι το τίτλος της συλλογής διηγημάτων του Παναγιώτη Γκούβερη από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Επτά διηγήματα στα οποία ο συγγραφέας σκηνοθετεί την αποσάθρωση, τη διανοητική και ηθική παράλυση της εποχής και των ανθρώπινων σχέσεων.
Στα διηγήματα παραβιάζεται η παραδοσιακή φόρμα. Η γραμμική τελεολογική και αιτιοκρατική πλοκή διαλύεται σε ανοικτές ελλειπτικές συχνά ασύνδετες σκηνές και σκέψεις. Η γραφή ρέει σαν σιντριβάνι. Οι ελλειπτικές προτάσεις συμφύρονται με αντιπροσωπευτικούς τόπους αστικού και οικογενειακού σκηνικού. Ένας διαρκής εσωτερικός μονόλογος που σκιαγραφεί την αλλοτρίωση, τον κατακερματισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Μέσα από την εκτεταμένη χρήση της μοντερνιστικής τεχνικής της ροής της συνείδησης, μέσα από χειμαρρώδεις μονολόγους σε πρώτο πρόσωπο, παρακολουθούμε τους ήρωες να αναπαράγουν ερωτικές επιθυμίες, πάθη, τραύματα. Τα όρια του πεζού λόγου δοκιμάζονται με μια διακειμενικότητα που συνομιλεί με το θέατρο, βρίθει από λογοπαίγνια και ανάμειξη στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικά είδη, το εξπρεσιονιστικό, το υπερρεαλιστικό, το παράλογο. Μια μετανεωτερική (postmodern) κατάσταση όπου καταλύεται η συνοχή του υποκειμένου, κάθε αξία σχετικοποιείται με την ασυνέχεια του χρόνου, τις συνειρμικές αφηγήσεις στις οποίες κυριαρχούν η ενδοσκοπική τεχνική και η ρέουσα εμπειρία της συνείδησης.
Οι χαρακτήρες διαγράφονται ατελώς. Ο φακός στρέφεται προς το εσωτερικό, τα αντιφατικά συναισθήματα, τις φευγαλέες σκέψεις, τις αποσπασματικές εντυπώσεις καθημερινών ανθρώπων που πένονται, ταλανίζονται από την ανεργία, τον αυτισμό, το διαζύγιο. Ο λόγος είναι άμεσος, καθημερινός, κοφτός, με επαναλήψεις, συγκινησιακή φόρτιση, θεατρική δομή και σκηνοθεσία έκδηλη.
Ο σκηνικός χώρος λιτός. Η φύση απούσα. Η δράση αναμετριέται διαρκώς με τη στασιμότητα, τη μνήμη. Το παρελθόν διαμορφώνει το παρόν μέσω της μνήμης. Ενδεικτικές στιγμές της ζωής των ηρώων και το άμορφο νεωτερικό παρόν με τους υπόγειους συμβολισμούς που μεταπηδούν από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό, τον οποίο περιγράφουν με τρόπο αφαιρετικό. Αποσπασματικοί διάλογοι, αστικό τοπίο, μουντά χρώματα, αποξενωμένα πρόσωπα. Οι συμβάσεις της πλοκής καταργούνται και ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη μεταμοντέρνα αισθητική που εμπνέεται από το θέατρο και άλλες μορφές τέχνης.
Ο συγγραφέας φλερτάρει με τον εξπρεσιονισμό. Οι αφηγήσεις πλέκουν ένα  κλειστοφοβικό νήμα γύρω από τους ήρωες χωρίς να προσφέρουν λύση ή λύτρωση. Η ερμηνεία εκκρεμεί, ο μετεωρισμός των ηρώων είναι έντονος. Ο ασφυκτικός κλοιός που διαγράφεται γύρω από τα πρόσωπα, ο ακίνητος χρόνος, οι σχέσεις εξάρτησης και εξουσίας μέσα σε έναν κόσμο διάλυσης και άρνησης, η εξουσιαστική σχέση του πατέρα, η παιδική κακοποίηση, όλα παρουσιάζονται σαν θραύσματα ζωής. Οι ήρωες βρίσκονται σε αδυναμία επικοινωνίας, όργανα αποκαθήλωσης της δήθεν τάξης του δυτικού πολιτισμού. Η ζωή ένα ανέκδοτο με τον Τοτό.
Ο Παναγιώτης Γκούβερης, στη συλλογή διηγημάτων του «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!», μοιράζεται την απόγνωση του ανθρώπου που πηγάζει από την ένδεια της εμπιστοσύνης, την απουσία της αγάπης. Αναπαριστά  το  ρευστό κόσμο μας ορίζοντας το χρόνο μέσα από τη στιγμή. «Στιγμές άδειες, και τώρα και πάντα, να όμως που αθροίζονται, κι ο λογαριασμός κλείνει, η ιστορία τελειώνει», γράφει ο Σάμουελ Μπέκετ στο «Τέλος του παιχνιδιού». Η γλώσσα στα διηγήματα του Παναγιώτη Γκούβερη αποδομείται, όπως η λογική και τα ιδεολογήματα. Ο συγγραφέας μέσα στο διαθλασμένο γλωσσικό κάτοπτρο αναζητεί την ύπαρξη. Γι΄ αυτό και επικεντρώνεται στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, στα κρυμμένα και τα ανείπωτα.
Η συλλογή διακρίνεται για το πικρό χιούμορ της, τη λεπτή – πολλές φορές σουρρεάλ – σάτιρα που καίει το μικροαστό, τον τεχνοκράτη, τον καλοπερασμένο, το λαμπερό κόσμο της διαφήμισης, των παιχνιδιών, του πορνό. Ο φακός του σκηνοθέτη στρέφεται στον πένητα, τον άνεργο, τον άνθρωπο που εργάζεται περιστασιακά, που μοιράζει φυλλάδια στο δρόμο. Με τρυφερότητα για τα ανθρώπινα και το παιδί. Μια πρόζα καυστική, ένας σπαραχτικός θεατρικός μονόλογος.
Το έργο του Παναγιώτη Γκούβερη «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι καθρέφτης της κοινωνίας με τις παθογένειες. Η άμεση απεύθυνση του συγγραφέα στον αναγνώστη και το παιδικό δήθεν αφελές ύφος που πέφτει σαν κεραυνός στη συνείδηση δημιουργούν ένα περιβάλλον καθηλωτικό. Αναμφίβολα αξιανάγνωστη η συλλογή καθιερώνει το συγγραφέα στους ταλαντούχους του καιρού μας.

(κριτική της Λίλιας Τσουβά για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!")


Lucian Freud, Head of Ib. 1983

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Κριτική του Κώστα Θερμογιάννη για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"

Αν κάτι θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αυτό το βιβλίο είναι η δηκτικότητα με την οποία αντιμετωπίζει και περιγράφει την εποχή μας αλλά και το σύγχρονο άνθρωπο! Πολύ μεγάλες δόσεις έξυπνου χιούμορ, το οποίο όμως προκύπτει μέσα από βαθιά γνώση της κοινωνίας, δένουν άρτια με τις έξυπνα καμουφλαρισμένες φιλοσοφικές αναφορές του Παναγιώτη Γκούβερη και δίνουν ένα εκπληκτικό σύνολο τις εφτά ιστορίες που απαρτίζουν το βιβλίο.
Ο συγγραφέας δεν στέκεται στην επιφάνεια των πραγμάτων, δεν αρκείται να περιγράψει απλώς και μόνο όσα βιώνει ο πολίτης αυτής της χώρας σήμερα. Αντίθετα κάνει μια εξαιρετική ενδοσκόπηση στο βάθος και στην ουσία, αγγίζοντας τη φιλοσοφία, την ψυχολογία αλλά και την κοινωνιολογία με την πένα του, χωρίς ούτε μία στιγμή να χαρίζεται ούτε στον εαυτό του αλλά ούτε και στον αναγνώστη.
Αν και δεν συνηθίζουμε σε περιπτώσεις που σε ένα βιβλίο υπάρχουν πολλές ιστορίες να σχολιάζουμε κάποια από αυτές, τούτη τη φορά θα κάνουμε εξαίρεση! Η ομώνυμη με τον τίτλο του βιβλίου ιστορία, που είναι και η πρώτη στη σειρά, είναι ένα κείμενο που δε θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε αλλιώς παρά μόνο ως εκπληκτικό! Μέσα στην αλληγορία του αλλά και την έντονη δηκτικότητά του, ο Παναγιώτης Γκούβερης έχει καταφέρει να κλείσει τον ψυχισμό του σύγχρονου Έλληνα, καταγράφοντας τα καλώς αλλά κυρίως τα κακώς κείμενα στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται κι ενεργεί. Οι πολυσχιδείς αναφορές του, που πάνε κι έρχονται ανάμεσα σε ιστορικά πρόσωπα, τα οποία ως πρότυπα ο συγγραφέας τα έχει απομυθοποιήσει και τα έχει καταστήσει απλούς ανθρώπους με βάσανα και ελαττώματα στα μάτια του αναγνώστη, σε συνδυασμό με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνουν ένα εξαίσιο αποτέλεσμα – καταγραφή του σήμερα. Όποιος μελετήσει σε βάθος αυτό το κείμενο θα μπει στη θέση του αφηγητή, θα νιώσει από τη μια απολογούμενος κι από την άλλη απογοητευμένος, όμως, η πένα του συγγραφέα δεν θα αφήσει στον αναγνώστη έντονα τη γεύση της πίκρας, ήδη ο τρόπος της αφήγησης έχει από μόνος τους έντεχνα κρυμμένη κάπου ανάμεσα στις γραμμές, την ελπίδα!
Θα θέλαμε να κάνουμε αναφορά σε όλες τις ιστορίες, αλλά θα μακρηγορούσαμε εις βάρος αυτού του άρθρου που σκοπό έχει να δώσει στον αναγνώστη του τις γενικές μας εντυπώσεις από αυτό το καλογραμμένο βιβλίο. Η γλώσσα του Παναγιώτη Γκούβερη τρέχει, θαρρείς και θέλει να τρέξει σε αγώνες, δεν υπάρχουν κοιλιές στο κείμενο ούτε σημεία που κουράζουν. Οι περιγραφές του είναι έντονα θεατρικές κι εξόχως παραστατικές. Δε διστάζει σε ορισμένα σημεία να γίνει αθυρόστομος για να τονίσει το σκεπτικό του και να δραματοποιήσει τις καταστάσεις που περιγράφει. Ως σύνολο, το βιβλίο «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι ένα από τα πιο ωραία που έχουμε διαβάσει ενώ έχει τη γνωστή εξαιρετική ποιότητα των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Αναμένουμε ανυπόμονα τη συγγραφική συνέχεια του Παναγιώτη Γκούβερη!
(πρώτη δημοσίευση στο tovivlio.net )


Γιάννης Τσαρούχης, Ποδηλάτης μεταμφιεσμένος σε τσολιά, 1936.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Η Εύα Κουκή για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"

Το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη απαρτίζεται από επτά αφηγήματα, τα οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι εμπίπτουν σε ένα υβριδικό είδος, αυτό του αφηγηματικού-θεατρικού λόγου. Εγχείρημα δύσκολο αλλά πετυχημένο στην περίπτωση του «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Κάποια από αυτά έχουν παρασταθεί και άλλα έχουν αποσπάσει θεατρικά βραβεία. Στο σύνολο τους φτιάχνουν ένα ιδιαίτερο βιβλίο.
Οι ιστορίες του «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» (τίτλος δοσμένος από το πρώτο στη σειρά αφήγημα του βιβλίου) είναι σπαρταριστές, πολύπλευρες και έξυπνες. Με μεγάλες δόσεις χιούμορ και σαρκασμού ο Παναγιώτης Γκούβερης ανασκαλεύει τη σημερινή πραγματικότητα διεισδύοντας στους πόρους  της και πραγματεύεται με ανάλαφρο –πλην ουσιαστικότατο– τρόπο πλείστα σοβαρα ζητήματα. Κοινωνία, οικογενειακές σχέσεις, ανεργία, παιδικός ψυχισμός, νεοελληνική πραγματικότητα, αυτισμός, ενδοοικογενειακή βία. Όλα τα παραπάνω είναι κάποια από τα θέματα που θίγονται στις 117 σελίδες του βιβλίου. Όπως γίνεται αντιληπτό, πρόκειται για θέματα σοβαρά και δύσκολα. Με πυρήνα τα ζητήματα αυτά και με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Παναγιώτης Γκούβερης, γλώσσα άμεση, ωμή και πολυεπίπεδη, υφαίνονται ιστορίες αυτόνομες που παίρνουν σάρκα και οστά μπροστά στον αναγνώστη. Δεν μπορεί, επιπλέον, παρά να επισημανθεί ότι η γλώσσα των αφηγημάτων-θεατρικών κειμένων είμαι μια γλώσσα ρέουσα και καλώς νοούμενη φλυαρούσα. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο αυτό έχει το είδος του παραληρηματικού (θεατρικού) μονόλογου που τα ξεσηκώνει όλα στο πέρασμά του, καταφέρνοντας να αρθρώσει αλήθειες της καθημερινής ζωής και πραγματικότητας επιμελώς κρυμμένες. Οι χαρακτήρες των ιστοριών μιλούν, σκέφτονται, εκφράζονται χωρίς ενοχές, διαμαρτύρονται, εξομολογούνται, ελπίζουν. Είναι πρόσωπα του εδώ και του τώρα, άνθρωποι της καθημερινότητας. Έχουν τα προβλήματά τους, τα τραύματά τους, τις πληγές τους που δεν κλείνουν. Μέσα στις λίγες σελίδες του κάθε αφηγήματος σκιαγραφούνται εις βάθος χαρακτήρες ρεαλιστικοί. Ο συγγραφέας με μεγάλη μαστοριά απομονώνει τον καθένα, του δίνει τον λόγο για να μιλήσει και αφήνει έπειτα το αναγνώστη να ανακαλύψει λίγο λίγο το υπόστρωμά τους (και ίσως ακόμα να ταυτιστεί στα σημεία μαζί τους) και να έρθει σε επαφή με τον ψυχισμό τους.
Το «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, για τους ανθρώπους και για τη ζωή. Καθώς οι ιστορίες του προχωράνε, ο αναγνώστης εισέρχεται όλο και περισσότερο στη γραφή του Παναγιώτη Γκούβερη και εισπράττει τα πολλαπλά νοήματά της. Αξιανάγνωστο!
(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό tetragwno.gr)

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Τολμώντας τα δύσκολα


Η κριτική ματιά της Μαρίας Λιάκου στο "Μην κλαις ρε, Γοργόνα!" 


Πρόκειται για μία συλλογή  διηγημάτων και  θεατρικών  κειμένων όπου κυριαρχεί ο μονόλογος με παραληρηματικό λόγο.
Τα θέματα του βιβλίου είναι το προσφυγικό, ο εθνικισμός, η ανεργία, η ευκαιριακή απασχόληση, η ενδοοικογενειακή βία, ο αυτισμός, ο παιδικός καρκίνος κ.ά.
Ο συγγραφέας με σαρκασμό επιχειρεί να αναδείξει τα θέματα και ο αναγνώστης να αναρωτηθεί τι κρύβεται μέσα στις λέξεις της γραφής..
Το κρυμμένο και υποσυνείδητο μήνυμα του κειμένου ο συγγραφέας το δίδει ως τεχνίτης του λόγου και η όποια εμβάθυνση γίνει ανήκει στον αναγνώστη. Αναδεικνύει προβλήματα και καταστάσεις ο συγγραφέας χωρίς να δίδει έτοιμες λύσεις (που θα ήταν και άστοχο).
Οι χαρακτήρες ακολουθούν το θεατρικό πρότυπο και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις τους δίδουν  ρυθμό στο κείμενο. Τα θέματα που αγγίζει είναι σύγχρονα και άλυτα που όμως ο αναγνώστης γνωρίζει και έτσι με την σιγουριά του θεατρικού κειμένου (ως προς την δομή του) ο συγγραφέας πετυχαίνει το πέρασμα από την μια θεματική σε άλλη με επιτυχία. Από τα επτά κείμενα βρήκα εξαιρετικό το «Φυλλάδια αντί στεφάνων» και θα ευχόμουν να το δω ως παράσταση στο θέατρο!
Οι οικογενειακές σχέσεις, η ενδοοικογενειακή βία, οι ψυχικές συνέπειες στα θύματα, το διαζύγιο και το παιδί είναι κύρια θέματα στο «γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη» και «ζεϊμπέκικη ορθογραφία». Επίσης η στάση των γονιών απέναντι σε ένα παιδί που ζει στο φάσμα του αυτισμού περιγράφεται στο «ιδρώνει η καρδιά μου». Ο συγγραφέας ως γνώστης του αντικειμένου μια και εργάζεται ως Ειδικός Παιδαγωγός μπόρεσε να γράψει κείμενα με επιτυχία.
Ακριβώς επειδή αυτά τα θέματα είναι δύσκολα και οι προβληματισμοί σύνθετοι κάνουν το βιβλίο επίκαιρο και αποτελεί μία ακτινογραφία της σύγχρονης κοινωνίας.
Ομολογώ όταν διάβασα το πρώτο κείμενο «Μην κλαις ρε Γοργόνα» που αναφέρεται σε πρόσφυγες σκέφτηκα τα λόγια της σπουδαίας μας Ρούλας Πατεράκη όπου σε μια συνέντευξή της τον Νοέμβριο του 2017 είχε πει
«…. το να γράψεις ή να βγεις στο θέατρο και να πεις έναν Μονόλογο για τους μετανάστες είναι γελοίο».
«….Όχι επειδή δεν μπορείς να το λύσεις. Επειδή, αφού είναι τόσο νωπό το πράγμα και έχει πέτσες και πληγές, δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Το κάνεις, για να πουλήσεις ή επειδή νομίζεις ότι προσφέρεις. Αν θες να προσφέρεις, μπες στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και πήγαινε στη Συρία, εκεί προσφέρεις. Αλλά το να γράψεις έναν μονόλογο, για να σε χειροκροτεί ο κόσμος, τι; Έλυσες το προσφυγικό; Ή δημιούργησες ένα συναισθηματικό πλαίσιο για το παιδάκι που πνίγηκε; Σε αυτήν την περίπτωση, γιατί να μην ανεβάσουμε έναν Brecht, κατάλαβες; Αυτό το θεωρώ θεμιτό, νόμιμο».
Όταν τελείωσα το διάβασμα του κειμένου με χαρά είδα ότι ο συγγραφέας κανέναν εντυπωσιασμό δεν έβγαλε, ούτε είχε ως στόχο κάποιο κίνητρο (άρα προπαγάνδα για το ζήτημα των προσφύγων). Με την δύναμη της γραφής  ανέσυρε «το τραύμα» της ζωής και της κοινωνίας στην Μεσόγειο με την ελπίδα να δοθεί ένα τέλος σε αυτόν τον εφιάλτη. Δεν ήθελε να αποσιωπήσει καταστάσεις και γεγονότα που όλοι μας συζητάμε και βιώνουμε. Είναι γεγονός ότι μερικές χιλιάδες κυνηγημένοι, πεινασμένοι και απελπισμένοι άνθρωποι παίζουν την ζωή τους για να καταφύγουν « στον δικό μας παράδεισο» και ζουν και πάλι σε μια κόλαση. Ελάχιστοι καταφέρνουν να ορθοποδήσουν σε μια Ευρώπη που δεν τους θέλει στην ουσία.
Γράφει ο συγγραφέας
«…Ένα τσούρμο ψυχές στ’ αμπάρια, Γοργόνα, γεμάτο το ‘χω. Ξέρεις τι κουβαλάνε απ’ την πατρίδα τους; Πατατάκια, ρε Γοργόνα. Σοκολάτες, τίποτα τσίχλες. Πέρσικες τσίχλες, Γοργόνα. Λένε στα μικρά τους πως πάνε εκδρομή. Δεν έχεις δει πατατάκια στο βυθό; Τι νομίζεις; Λες ν’ άνοιξε κάνα περίπτερο μεσοπέλαγα;» σελ 17
Χαίρομαι που οι συγγραφείς σήμερα τολμούν και επιλέγουν τέτοια δύσκολα θέματα γιατί με την γραφή τους παρακολουθούν την εποχή τους με ένα μάτι πιο ενεργητικό. Η λογοτεχνία οφείλει να μεγεθύνει τη φρίκη  με το μεγαλείο της. Και οι λέξεις είναι η δύναμη της.
«Δε δίνω λέξεις παρηγόρια…», που έγραφε και  ο Βάρναλης αλλά ο συγγραφέας με την φωνή του καταγράφει «το πρόβλημα», αναδεικνύει τον ιστό των κοινωνικών και προσωπικών προβλημάτων  με την ελπίδα να έχουμε  καλύτερες μέρες.

(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό fractal)

Δευτέρα 21 Μαΐου 2018


 Το βράδυ της Παρασκευής η χαρισματική μικρή Δήμητρα ερμήνευσε ένα μικρό κομμάτι της γοργόνας, περιτρυγιρισμένη από τους συμμαθητές της: Παιδιά από το Ιράκ, την Ελλάδα, την Αλβανία, την Γερμανία, τη Συρία... Ακόμα τους ακούω, ακόμα τους βλέπω, ακόμα δακρύζω.
"Ένα πράμα έπρεπε να κάνει ο Αλέξανδρος: Να τσιμεντάρει το Αιγαίο. Τότε θα ήταν Μέγας. Όλο τσιμέντο! Αιγαιοπελαγίτικο μπετόν! Μπορούσε, δεν μπορούσε; Όλο τον κόσμο κατέκτησε, Γοργόνα. Ας ήταν απλώς ένας μέγας μπετατζής. Τότε θα τον παραδεχόμουνα. Να τρέχουν προσφυγόπουλα απ’ το ένα νησί στ’ άλλο. Να παίζουνε ποδόσφαιρο ανάμεσα απ’ τα Ίμια. Να κάνουν σούζες με ποδήλατα πηγαίνοντας προς Νάξο, Πάρο. Να βάζαμε και τίποτα διόδια. Σίγουρα κάτι θα βγάζαμε. Αυτή, ρε, θα ήταν η πραγματική Εγνατία! Ναι, ρε! Κι εγώ να ήμουν σταθμάρχης, ρε Γοργόνα. Σε κάποιον αιγαιοπελαγίτικο σιδηροδρομικό σταθμό."

Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Μην κλαις, ρε Γοργόνα! (απόσπασμα για τη Γάζα)

"Όταν πέφτει μια βόμβα, λίγο πριν ακουστεί το μπαμ, λίγο πριν γίνει η αστραπή, κοιτάς τα δάχτυλά σου. Μετά το μπαμ τα μετράς. Άμα είναι δέκα, η βόμβα δε σε πέτυχε. Άμα είναι λιγότερα σε πέτυχε. Ύστερα σκέφτεσαι πως τρία δάχτυλα είναι αρκετά. Και τι δε θα δινες για να είχες έστω τρία δάχτυλα όμως... μάλλον σου έχουν μείνει μόνο δύο και δεν είναι καν τα αγαπημένα σου. Συνήθως σου μένει λίγος αντίχειρας και λίγος παράμεσος. Δύσκολος συνδυασμός .
 Στη Γάζα οι άνθρωποι όποτε ακούνε βόμβες θυμούνται τα δάχτυλά τους. Μαζεύονται τρεις τέσσερις κάνουνε μια παρέα και τα μετράνε. Μετράν τα δάχτυλά τους! Όταν συμπληρώσουν δέκα δάχτυλα χαμογελούν. Θυμούνται τα παλιά.
Ο μύθος λέει πως ένα παιδάκι στη Γάζα το χτύπησε μια βόμβα και του πεσε το χέρι. Τότε γρήγορα γρήγορα ένας γιατρός τηγάνισε μια γαβάθα λουκουμάδες και τάισε το παιδί. Για κάθε λουκουμά που κατάπινε το παιδί έβγαζε και από ένα δάχτυλο. Στο τέλος το παιδί είχε και χέρι, είχε και δάχτυλα καινούρια και έφαγε και ένα λουκουμά παραπάνω. Στο τέλος είχε έξι δάχτυλα! Έτσι λέει ο μύθος.

Στη Γάζα δεν έχει μύθους για αλεπούδες και τυριά και κόρακες. Ούτε για σπαστικές χελώνες και λαγούς. Στη Γάζα οι μύθοι τους λένε για λουκουματζίδες, χειρουργούς και παιδικά χεράκια, και δάχτυλα, όλο για δάχτυλα μιλάνε…"




Αθώοι Σερραίοι

Στις Σέρρες έχουμε τις καλύτερες μπουγάτσες. Και τους καλύτερους δολοφόνους. Και τις καλύτερες ζωντανές συνδέσεις. Και τους πιο όμορφους νεκ...