Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Κριτική του Κώστα Θερμογιάννη για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"

Αν κάτι θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αυτό το βιβλίο είναι η δηκτικότητα με την οποία αντιμετωπίζει και περιγράφει την εποχή μας αλλά και το σύγχρονο άνθρωπο! Πολύ μεγάλες δόσεις έξυπνου χιούμορ, το οποίο όμως προκύπτει μέσα από βαθιά γνώση της κοινωνίας, δένουν άρτια με τις έξυπνα καμουφλαρισμένες φιλοσοφικές αναφορές του Παναγιώτη Γκούβερη και δίνουν ένα εκπληκτικό σύνολο τις εφτά ιστορίες που απαρτίζουν το βιβλίο.
Ο συγγραφέας δεν στέκεται στην επιφάνεια των πραγμάτων, δεν αρκείται να περιγράψει απλώς και μόνο όσα βιώνει ο πολίτης αυτής της χώρας σήμερα. Αντίθετα κάνει μια εξαιρετική ενδοσκόπηση στο βάθος και στην ουσία, αγγίζοντας τη φιλοσοφία, την ψυχολογία αλλά και την κοινωνιολογία με την πένα του, χωρίς ούτε μία στιγμή να χαρίζεται ούτε στον εαυτό του αλλά ούτε και στον αναγνώστη.
Αν και δεν συνηθίζουμε σε περιπτώσεις που σε ένα βιβλίο υπάρχουν πολλές ιστορίες να σχολιάζουμε κάποια από αυτές, τούτη τη φορά θα κάνουμε εξαίρεση! Η ομώνυμη με τον τίτλο του βιβλίου ιστορία, που είναι και η πρώτη στη σειρά, είναι ένα κείμενο που δε θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε αλλιώς παρά μόνο ως εκπληκτικό! Μέσα στην αλληγορία του αλλά και την έντονη δηκτικότητά του, ο Παναγιώτης Γκούβερης έχει καταφέρει να κλείσει τον ψυχισμό του σύγχρονου Έλληνα, καταγράφοντας τα καλώς αλλά κυρίως τα κακώς κείμενα στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται κι ενεργεί. Οι πολυσχιδείς αναφορές του, που πάνε κι έρχονται ανάμεσα σε ιστορικά πρόσωπα, τα οποία ως πρότυπα ο συγγραφέας τα έχει απομυθοποιήσει και τα έχει καταστήσει απλούς ανθρώπους με βάσανα και ελαττώματα στα μάτια του αναγνώστη, σε συνδυασμό με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνουν ένα εξαίσιο αποτέλεσμα – καταγραφή του σήμερα. Όποιος μελετήσει σε βάθος αυτό το κείμενο θα μπει στη θέση του αφηγητή, θα νιώσει από τη μια απολογούμενος κι από την άλλη απογοητευμένος, όμως, η πένα του συγγραφέα δεν θα αφήσει στον αναγνώστη έντονα τη γεύση της πίκρας, ήδη ο τρόπος της αφήγησης έχει από μόνος τους έντεχνα κρυμμένη κάπου ανάμεσα στις γραμμές, την ελπίδα!
Θα θέλαμε να κάνουμε αναφορά σε όλες τις ιστορίες, αλλά θα μακρηγορούσαμε εις βάρος αυτού του άρθρου που σκοπό έχει να δώσει στον αναγνώστη του τις γενικές μας εντυπώσεις από αυτό το καλογραμμένο βιβλίο. Η γλώσσα του Παναγιώτη Γκούβερη τρέχει, θαρρείς και θέλει να τρέξει σε αγώνες, δεν υπάρχουν κοιλιές στο κείμενο ούτε σημεία που κουράζουν. Οι περιγραφές του είναι έντονα θεατρικές κι εξόχως παραστατικές. Δε διστάζει σε ορισμένα σημεία να γίνει αθυρόστομος για να τονίσει το σκεπτικό του και να δραματοποιήσει τις καταστάσεις που περιγράφει. Ως σύνολο, το βιβλίο «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι ένα από τα πιο ωραία που έχουμε διαβάσει ενώ έχει τη γνωστή εξαιρετική ποιότητα των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Αναμένουμε ανυπόμονα τη συγγραφική συνέχεια του Παναγιώτη Γκούβερη!
(πρώτη δημοσίευση στο tovivlio.net )


Γιάννης Τσαρούχης, Ποδηλάτης μεταμφιεσμένος σε τσολιά, 1936.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Η Εύα Κουκή για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"

Το βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη απαρτίζεται από επτά αφηγήματα, τα οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι εμπίπτουν σε ένα υβριδικό είδος, αυτό του αφηγηματικού-θεατρικού λόγου. Εγχείρημα δύσκολο αλλά πετυχημένο στην περίπτωση του «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Κάποια από αυτά έχουν παρασταθεί και άλλα έχουν αποσπάσει θεατρικά βραβεία. Στο σύνολο τους φτιάχνουν ένα ιδιαίτερο βιβλίο.
Οι ιστορίες του «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» (τίτλος δοσμένος από το πρώτο στη σειρά αφήγημα του βιβλίου) είναι σπαρταριστές, πολύπλευρες και έξυπνες. Με μεγάλες δόσεις χιούμορ και σαρκασμού ο Παναγιώτης Γκούβερης ανασκαλεύει τη σημερινή πραγματικότητα διεισδύοντας στους πόρους  της και πραγματεύεται με ανάλαφρο –πλην ουσιαστικότατο– τρόπο πλείστα σοβαρα ζητήματα. Κοινωνία, οικογενειακές σχέσεις, ανεργία, παιδικός ψυχισμός, νεοελληνική πραγματικότητα, αυτισμός, ενδοοικογενειακή βία. Όλα τα παραπάνω είναι κάποια από τα θέματα που θίγονται στις 117 σελίδες του βιβλίου. Όπως γίνεται αντιληπτό, πρόκειται για θέματα σοβαρά και δύσκολα. Με πυρήνα τα ζητήματα αυτά και με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Παναγιώτης Γκούβερης, γλώσσα άμεση, ωμή και πολυεπίπεδη, υφαίνονται ιστορίες αυτόνομες που παίρνουν σάρκα και οστά μπροστά στον αναγνώστη. Δεν μπορεί, επιπλέον, παρά να επισημανθεί ότι η γλώσσα των αφηγημάτων-θεατρικών κειμένων είμαι μια γλώσσα ρέουσα και καλώς νοούμενη φλυαρούσα. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο αυτό έχει το είδος του παραληρηματικού (θεατρικού) μονόλογου που τα ξεσηκώνει όλα στο πέρασμά του, καταφέρνοντας να αρθρώσει αλήθειες της καθημερινής ζωής και πραγματικότητας επιμελώς κρυμμένες. Οι χαρακτήρες των ιστοριών μιλούν, σκέφτονται, εκφράζονται χωρίς ενοχές, διαμαρτύρονται, εξομολογούνται, ελπίζουν. Είναι πρόσωπα του εδώ και του τώρα, άνθρωποι της καθημερινότητας. Έχουν τα προβλήματά τους, τα τραύματά τους, τις πληγές τους που δεν κλείνουν. Μέσα στις λίγες σελίδες του κάθε αφηγήματος σκιαγραφούνται εις βάθος χαρακτήρες ρεαλιστικοί. Ο συγγραφέας με μεγάλη μαστοριά απομονώνει τον καθένα, του δίνει τον λόγο για να μιλήσει και αφήνει έπειτα το αναγνώστη να ανακαλύψει λίγο λίγο το υπόστρωμά τους (και ίσως ακόμα να ταυτιστεί στα σημεία μαζί τους) και να έρθει σε επαφή με τον ψυχισμό τους.
Το «Μην κλαις, ρε Γοργόνα!» είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, για τους ανθρώπους και για τη ζωή. Καθώς οι ιστορίες του προχωράνε, ο αναγνώστης εισέρχεται όλο και περισσότερο στη γραφή του Παναγιώτη Γκούβερη και εισπράττει τα πολλαπλά νοήματά της. Αξιανάγνωστο!
(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό tetragwno.gr)

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Τολμώντας τα δύσκολα


Η κριτική ματιά της Μαρίας Λιάκου στο "Μην κλαις ρε, Γοργόνα!" 


Πρόκειται για μία συλλογή  διηγημάτων και  θεατρικών  κειμένων όπου κυριαρχεί ο μονόλογος με παραληρηματικό λόγο.
Τα θέματα του βιβλίου είναι το προσφυγικό, ο εθνικισμός, η ανεργία, η ευκαιριακή απασχόληση, η ενδοοικογενειακή βία, ο αυτισμός, ο παιδικός καρκίνος κ.ά.
Ο συγγραφέας με σαρκασμό επιχειρεί να αναδείξει τα θέματα και ο αναγνώστης να αναρωτηθεί τι κρύβεται μέσα στις λέξεις της γραφής..
Το κρυμμένο και υποσυνείδητο μήνυμα του κειμένου ο συγγραφέας το δίδει ως τεχνίτης του λόγου και η όποια εμβάθυνση γίνει ανήκει στον αναγνώστη. Αναδεικνύει προβλήματα και καταστάσεις ο συγγραφέας χωρίς να δίδει έτοιμες λύσεις (που θα ήταν και άστοχο).
Οι χαρακτήρες ακολουθούν το θεατρικό πρότυπο και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις τους δίδουν  ρυθμό στο κείμενο. Τα θέματα που αγγίζει είναι σύγχρονα και άλυτα που όμως ο αναγνώστης γνωρίζει και έτσι με την σιγουριά του θεατρικού κειμένου (ως προς την δομή του) ο συγγραφέας πετυχαίνει το πέρασμα από την μια θεματική σε άλλη με επιτυχία. Από τα επτά κείμενα βρήκα εξαιρετικό το «Φυλλάδια αντί στεφάνων» και θα ευχόμουν να το δω ως παράσταση στο θέατρο!
Οι οικογενειακές σχέσεις, η ενδοοικογενειακή βία, οι ψυχικές συνέπειες στα θύματα, το διαζύγιο και το παιδί είναι κύρια θέματα στο «γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη» και «ζεϊμπέκικη ορθογραφία». Επίσης η στάση των γονιών απέναντι σε ένα παιδί που ζει στο φάσμα του αυτισμού περιγράφεται στο «ιδρώνει η καρδιά μου». Ο συγγραφέας ως γνώστης του αντικειμένου μια και εργάζεται ως Ειδικός Παιδαγωγός μπόρεσε να γράψει κείμενα με επιτυχία.
Ακριβώς επειδή αυτά τα θέματα είναι δύσκολα και οι προβληματισμοί σύνθετοι κάνουν το βιβλίο επίκαιρο και αποτελεί μία ακτινογραφία της σύγχρονης κοινωνίας.
Ομολογώ όταν διάβασα το πρώτο κείμενο «Μην κλαις ρε Γοργόνα» που αναφέρεται σε πρόσφυγες σκέφτηκα τα λόγια της σπουδαίας μας Ρούλας Πατεράκη όπου σε μια συνέντευξή της τον Νοέμβριο του 2017 είχε πει
«…. το να γράψεις ή να βγεις στο θέατρο και να πεις έναν Μονόλογο για τους μετανάστες είναι γελοίο».
«….Όχι επειδή δεν μπορείς να το λύσεις. Επειδή, αφού είναι τόσο νωπό το πράγμα και έχει πέτσες και πληγές, δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Το κάνεις, για να πουλήσεις ή επειδή νομίζεις ότι προσφέρεις. Αν θες να προσφέρεις, μπες στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και πήγαινε στη Συρία, εκεί προσφέρεις. Αλλά το να γράψεις έναν μονόλογο, για να σε χειροκροτεί ο κόσμος, τι; Έλυσες το προσφυγικό; Ή δημιούργησες ένα συναισθηματικό πλαίσιο για το παιδάκι που πνίγηκε; Σε αυτήν την περίπτωση, γιατί να μην ανεβάσουμε έναν Brecht, κατάλαβες; Αυτό το θεωρώ θεμιτό, νόμιμο».
Όταν τελείωσα το διάβασμα του κειμένου με χαρά είδα ότι ο συγγραφέας κανέναν εντυπωσιασμό δεν έβγαλε, ούτε είχε ως στόχο κάποιο κίνητρο (άρα προπαγάνδα για το ζήτημα των προσφύγων). Με την δύναμη της γραφής  ανέσυρε «το τραύμα» της ζωής και της κοινωνίας στην Μεσόγειο με την ελπίδα να δοθεί ένα τέλος σε αυτόν τον εφιάλτη. Δεν ήθελε να αποσιωπήσει καταστάσεις και γεγονότα που όλοι μας συζητάμε και βιώνουμε. Είναι γεγονός ότι μερικές χιλιάδες κυνηγημένοι, πεινασμένοι και απελπισμένοι άνθρωποι παίζουν την ζωή τους για να καταφύγουν « στον δικό μας παράδεισο» και ζουν και πάλι σε μια κόλαση. Ελάχιστοι καταφέρνουν να ορθοποδήσουν σε μια Ευρώπη που δεν τους θέλει στην ουσία.
Γράφει ο συγγραφέας
«…Ένα τσούρμο ψυχές στ’ αμπάρια, Γοργόνα, γεμάτο το ‘χω. Ξέρεις τι κουβαλάνε απ’ την πατρίδα τους; Πατατάκια, ρε Γοργόνα. Σοκολάτες, τίποτα τσίχλες. Πέρσικες τσίχλες, Γοργόνα. Λένε στα μικρά τους πως πάνε εκδρομή. Δεν έχεις δει πατατάκια στο βυθό; Τι νομίζεις; Λες ν’ άνοιξε κάνα περίπτερο μεσοπέλαγα;» σελ 17
Χαίρομαι που οι συγγραφείς σήμερα τολμούν και επιλέγουν τέτοια δύσκολα θέματα γιατί με την γραφή τους παρακολουθούν την εποχή τους με ένα μάτι πιο ενεργητικό. Η λογοτεχνία οφείλει να μεγεθύνει τη φρίκη  με το μεγαλείο της. Και οι λέξεις είναι η δύναμη της.
«Δε δίνω λέξεις παρηγόρια…», που έγραφε και  ο Βάρναλης αλλά ο συγγραφέας με την φωνή του καταγράφει «το πρόβλημα», αναδεικνύει τον ιστό των κοινωνικών και προσωπικών προβλημάτων  με την ελπίδα να έχουμε  καλύτερες μέρες.

(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό fractal)

Δευτέρα 21 Μαΐου 2018


 Το βράδυ της Παρασκευής η χαρισματική μικρή Δήμητρα ερμήνευσε ένα μικρό κομμάτι της γοργόνας, περιτρυγιρισμένη από τους συμμαθητές της: Παιδιά από το Ιράκ, την Ελλάδα, την Αλβανία, την Γερμανία, τη Συρία... Ακόμα τους ακούω, ακόμα τους βλέπω, ακόμα δακρύζω.
"Ένα πράμα έπρεπε να κάνει ο Αλέξανδρος: Να τσιμεντάρει το Αιγαίο. Τότε θα ήταν Μέγας. Όλο τσιμέντο! Αιγαιοπελαγίτικο μπετόν! Μπορούσε, δεν μπορούσε; Όλο τον κόσμο κατέκτησε, Γοργόνα. Ας ήταν απλώς ένας μέγας μπετατζής. Τότε θα τον παραδεχόμουνα. Να τρέχουν προσφυγόπουλα απ’ το ένα νησί στ’ άλλο. Να παίζουνε ποδόσφαιρο ανάμεσα απ’ τα Ίμια. Να κάνουν σούζες με ποδήλατα πηγαίνοντας προς Νάξο, Πάρο. Να βάζαμε και τίποτα διόδια. Σίγουρα κάτι θα βγάζαμε. Αυτή, ρε, θα ήταν η πραγματική Εγνατία! Ναι, ρε! Κι εγώ να ήμουν σταθμάρχης, ρε Γοργόνα. Σε κάποιον αιγαιοπελαγίτικο σιδηροδρομικό σταθμό."

Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Μην κλαις, ρε Γοργόνα! (απόσπασμα για τη Γάζα)

"Όταν πέφτει μια βόμβα, λίγο πριν ακουστεί το μπαμ, λίγο πριν γίνει η αστραπή, κοιτάς τα δάχτυλά σου. Μετά το μπαμ τα μετράς. Άμα είναι δέκα, η βόμβα δε σε πέτυχε. Άμα είναι λιγότερα σε πέτυχε. Ύστερα σκέφτεσαι πως τρία δάχτυλα είναι αρκετά. Και τι δε θα δινες για να είχες έστω τρία δάχτυλα όμως... μάλλον σου έχουν μείνει μόνο δύο και δεν είναι καν τα αγαπημένα σου. Συνήθως σου μένει λίγος αντίχειρας και λίγος παράμεσος. Δύσκολος συνδυασμός .
 Στη Γάζα οι άνθρωποι όποτε ακούνε βόμβες θυμούνται τα δάχτυλά τους. Μαζεύονται τρεις τέσσερις κάνουνε μια παρέα και τα μετράνε. Μετράν τα δάχτυλά τους! Όταν συμπληρώσουν δέκα δάχτυλα χαμογελούν. Θυμούνται τα παλιά.
Ο μύθος λέει πως ένα παιδάκι στη Γάζα το χτύπησε μια βόμβα και του πεσε το χέρι. Τότε γρήγορα γρήγορα ένας γιατρός τηγάνισε μια γαβάθα λουκουμάδες και τάισε το παιδί. Για κάθε λουκουμά που κατάπινε το παιδί έβγαζε και από ένα δάχτυλο. Στο τέλος το παιδί είχε και χέρι, είχε και δάχτυλα καινούρια και έφαγε και ένα λουκουμά παραπάνω. Στο τέλος είχε έξι δάχτυλα! Έτσι λέει ο μύθος.

Στη Γάζα δεν έχει μύθους για αλεπούδες και τυριά και κόρακες. Ούτε για σπαστικές χελώνες και λαγούς. Στη Γάζα οι μύθοι τους λένε για λουκουματζίδες, χειρουργούς και παιδικά χεράκια, και δάχτυλα, όλο για δάχτυλα μιλάνε…"




Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Ανθέλπιδο Φυλλοκαντάρι






"Ανθέλπιδο Φυλλοκαντάρι", ένα σχεδόν παιδικό παραμύθι μου το οποίο αφηγούμαι με την σχεδόν κουρδισμένη μου κιθάρα. Καλή ακρόαση!

Σάββατο 14 Απριλίου 2018

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γράφει στο tvxs για το "Μην κλαις, ρε Γοργόνα!"


Η θεατρική μονολογική πρόζα του Παναγιώτη Γκούβερη
Η σύζευξη θεάτρου και πρόζας δεν είναι κάτι εύκολο. Αποτελεί ένα υβρίδιο που δύσκολα πλάθεται στο συγγραφικό εργαστήρι. Και μολονότι έχουμε δει κατά καιρούς αξιομνημόνευτα υβριδικά βιβλία, συνήθως γύρω από την ποίηση η οποία συνδιαλέγεται με τη θεατρική σκηνή, σπάνια έχουμε την ευκαιρία να δούμε ένα υβρίδιο θεατρικού και αφηγηματικού λόγου, σαν αυτό του Παναγιώτη Γκούβερη, «μην κλαις, ρε Γοργόνα» (Γαβριηλίδης, 2017).
Πρόκειται για μία συλλογή στην οποία κυριαρχεί ο παραληρηματικός μονόλογος με εικονοποιητική γραφή. Τα αφηγήματα δεν έχουν κάποια σταθερή δομή μύθου, αλλά στο πλαίσιο του συνειρμικού μονόλογου γίνονται πολυκεντρικά. Ακτινωτά συνδέουν το υποκείμενο με έναν πυρήνα θεματικό και διαρκώς εξακοντίζεται στην περιφέρεια για να επιστρέψει στο κέντρο. Το πέρασμα από τη μία θεματική στην άλλη γίνεται με ένα μίγμα φυσικότητας και ανοικείωσης στον παραλογισμό της ζωής.
Τα αφηγήματα είναι χαρακτηρολογικά. Βέβαια το ίδιο το θέατρο είναι χαρακτηρολογικό, κάτι που ορίζει το έργο του Γκούβερη, στην πραγματικότητα, ως υβριδικό, όπου η πεζογραφική μορφή συνδέεται με το θεατρικό κείμενο. Τα αφηγήματα στην ουσία αποτελούν θεατρικά μονόπρακτα για να αποδοθούν σκηνικά. Διατηρούν χαρακτηριστικά από την stand up comedy (μην κλαις ρε γοργόνα, ιδρώνει η καρδιά μου) όπου η δηκτική ειρωνεία και η σάτιρα φύγουν βαριά ζητήματα με ελαφρύ τρόπο. Βγάζουμε ένα γέλιο (χαμόγελο) που πικραίνει, επειδή ακριβώς τα θέματα είναι δύσκολα και οι προβληματισμοί σύνθετοι.
Μπροστά στην αδυναμία επίλυσής τους (προσφυγικό, εθνικισμός, παιδικός καρκίνος και ακρωτηριασμοί παιδιών, ανεργία και ευκαιριακή απασχόληση -όχι εργασία-, ενδοοικογενειακή βία και διαλυμένες οικογένειες, αυτισμός) ο Γκούβερης επιστρατεύει το παραληρηματικό παράλογο και τον ανατρεπτικό σαρκασμό, καθιστώντας το δίνω αστείο θυμίζοντας τον Τσέχο Ότα Πάβελ.
Και ένα άλλο χαρακτηριστικό από την σκηνική εμπειρία του Γκούβερη είναι πως οι χαρακτήρες των μονολόγων έχουν μία εξέλιξη κατά το θεατρικό πρότυπο. Μέσα από συναισθηματικές μεταπτώσεις αλλάζουν, εμφανίζουν μία νέα στάση συγκριτικά με την αρχική.
Ο Γκούβερης επιλέγει ήρωες που συνδυάζουν συμβατικά χαρακτηριστικά. Ο ψυχικός τους κόσμος ορίζεται από τις εμπειρίες τους και τα δεινά που βίωσαν. Άλλωστε μέσα στο θεατρικό πλαίσιο ο συγγραφέας ενδιαφέρεται μόνο να αναδείξει τους προβληματισμούς των μονολογικών χαρακτήρων του.
Οι χαρακτήρες που πλάθει είναι ρεαλιστικοί ως προς τον ψυχισμό τους. Οι συναισθηματικές τους μεταπτώσεις μέσα στη συνειρμική κίνηση φαντάζουν λογικές για τον θεατή/αναγνώστη. Πρόκειται για ήρωες εξατομικευμένους, με τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Συχνά συμπυκνώνουν και χαρακτηριστικά άλλων κοινωνικών ομάδων (πχ ο ήρωας του "Ζεϊμπέκη και ορθογραφία" είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας διαζευμενος με παιδί που χάνει δάσκαλος) και όλα αυτά διαμορφώνουν τον ιδιαίτερο ψυχισμό τους.
Σε κάθε αφήγημα/πράξη εντοπίζεται μία τουλάχιστον σύγκρουση. Ας μη λησμονούμε πως, κατά τον Robert McKee, πυρήνας κάτι θεατρικού είναι ακριβώς η σύγκρουση. Άλλοτε τούτη εκφράζεται σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο (φυλλάδια αντί στεφάνων, μην κλαις ρε γοργόνα) απέναντι σε δυσβάστακτες κοινωνικές καταστάσεις όπως η ανεργία και το προσφυγικό και άλλοτε με φυσικά πρόσωπα (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη, ζεϊμπέκικη ορθογραφία), όπως το οικογενειακό περιβάλλον.
Εξάλλου, οι ίδιες οικογενειακές σχέσεις αποτελούν έναν αυτόνομο εσωτερικό κύκλο σε τροχιά γύρω από τα θέματα που θίγει συλλογή, όπως η ενδοοικογενειακή βία και οι ψυχικές συνέπειες στο θύμα μετά την ενηλικίωσή του ή όταν ένα παιδί μπαίνει ανάμεσα στον εγωισμό των διαζευγμένων γονιών (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη, ζεϊμπέκικη ορθογραφία). Ή η στάση των γονέων απέναντι σε ένα παιδί που ζει στο φάσμα του αυτισμού (ιδρώνει η καρδιά μου).
Το αφηγηματικό ύφος συχνά ορίζεται από αντιθέσεις μέσα σε μικρό περίοδο λόγο (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη, ιδρώνει η καρδιά μου). Ο κοφτός λόγος εντείνει τον παραληρηματικό μονόλογο και ενισχύει τόσο τη ζωντάνια όσο και την αγωνία του αναγνώστη/θεατή. Το ψυχρό ύφος γραφής ενδυναμώνει το άλγος που σφίγγει σαν θηλιά το κοινό. Μεταχειρίζεται το παιδικό αφελές ύφος (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη) το ίδιο άνετα με τον επιθετικό σαρκασμό (φυλλάδια αντί στεφάνων, μην κλαις ρε γοργόνα) ή τον αυτιστικό μονόλογο (ιδρώνει η καρδιά μου).
Ο αφηγηματικός χρόνος, κατά το πρότυπο του Πάβελ, με σπειροειδείς κινήσεις επιστρέφει στο παρελθόν στο παρόν μέσα στη συνειρμικότητα. Χρονικές σφήνες και μικρές αναδρομές αφήγησης διαστέλλουν το συναίσθημα του αναγνώστη θεατή και τον πόνο του συγγραφέα (ζεϊμπέκικη ορθογραφία, ιδρώνει η καρδιά μου). Οι χρονικές μεταπτώσεις άλλοτε συνδέονται με μία ανάλογη μετάβαση μεταξύ Ονείρου και πραγματικότητας (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη).
Το πρώτο αυτό θεατρικό en proze βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη, με θεματική ακτίνα τις οικογενειακές σχέσεις αποτελεί μία ακτινογραφία της σύγχρονης κοινωνίας που με ευαισθησία και κλαυσίγελο φέρνει στις σκηνικές σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας. Πικρό χαμόγελο και πόνος συνυπάρχουν στις ίδιες φράσεις, εκθέτοντας τον ίδιο μας τον εαυτό μέσα από σύντομες μονολογικά μονόπρακτα
http://tvxs.gr/news/biblio/i-theatriki-monologiki-proza-toy-panagioti-gkoyberi

Αθώοι Σερραίοι

Στις Σέρρες έχουμε τις καλύτερες μπουγάτσες. Και τους καλύτερους δολοφόνους. Και τις καλύτερες ζωντανές συνδέσεις. Και τους πιο όμορφους νεκ...